2+2 τρόποι που δε θα βρείτε εδώ.
Το παν, μου είχε πει ένας φίλος -βράδυ με βαθυστόχαστη κουβέντα στο τσατ-,είναι να βρίσκεις όμορφα πράγματα γύρω σου, για να είναι και η μέρα σου όμορφη. Εγώ, το μόνο όμορφο που βρήκα σήμερα, ήταν ένα κουτί ζαχαροπλαστείου, στο ψυγείο της δουλειάς, όπου είχε ένα κοκάκι και ένα ταρτάκι με φρούτα. Εννοείται πως έφαγα το κοκάκι. Ό,τι κοκάκι μπορεί να φάει ο καθένας. Βέβαια, η μέρα μου ήταν το ίδιο σκατά. Αφού σχόλασα και είχε ήδη νυχτώσει, περπατώντας, συνειδητοποίησα πως το φως που μου φώτιζε αυτό το ηλίθιο δρομάκι προς το σπίτι, δεν ήταν από λάμπα ή από κάποιο φάντασμα που απλώς με ακολουθούσε και φωσφόριζε, αλλά από το φεγγάρι που βγήκε απόψε για να πάρει την ασχήμια αυτού του κόσμου που συνέχεια τον φλερτάρει (γκρούπι, ναι). Δεν μπορώ να πω, ήταν όμορφο. Δεν είναι ότι μου αρέσει το φεγγάρι. Εντάξει. Είναι μία μπάλα που λάμπει. Η όλη υπόθεση βρίσκεται στα σύννεφα που φωτίζονται και μου δίνουν την ευκαιρία να αντικρύσω “μαγεία”.
-Γιατί βάζεις εισαγωγικά;
-Γιατί να μη βάλω;
-Αφού πιστεύεις στην μαγεία.
-Ναι, αλλά δεν είναι πραγματική μαγεία αυτό. Είναι κάτι σαν μαγεία. Σταμάτα και άσε με να γράψω. Πού ήμουν; Λοιπόν,
Όσο χάζευα το θέαμα που με έκανε να θέλω να μεταμορφωθώ άμεσα σε λυκάνθρωπο, χτύπησε το κινητό μου. Ήταν στην πόλη ένας καλός φίλος που με το μήνυμα του μου πρότεινε να πάμε να χαζέψουμε τον ουρανό με μπύρες και μπύρες στην ταράτσα του σπιτιού όπου έμενε. Δεν είπα όχι. Είναι καλύτερο να ψοφήσεις στον ύπνο μετά από πολύωρες κουβέντες και αλκοόλ, παρά από κούραση. Όλοι το ξέρουν αυτό. Έφτασα σπίτι, έκανα ένα γρήγορο μπάνιο, έβαλα σε ένα τάπερ καμιά 10αριά μπισκότα απ’αυτά που έφτιαξα και έφυγα για να τον βρω.
Το φεγγάρι ακόμα με ακολουθούσε, ενώ είχαν περάσει από πάνω του διάφορα σύννεφα. Λίγο πιο κάτω βρήκα και την Κρέπα, ένα ζαχαρί σκυλάκι που το παιρνα συχνά σπίτι, αλλά ο γάτος μου την αντιπαθεί ανελέητα, οπότε δε θα κάτσω να μαλώσω. Συνεχίσαμε μαζί μέχρι που έφτασα εκεί που έπρεπε. Της έδωσα 2 μπισκότα και χαιρετηθήκαμε μέχρι την επόμενη φορά που θα βρισκόμασταν. Εκείνος με είδε απ’το μπαλκόνι και μου άνοιξε.
-Επίσης σου φώναξα “εεεο έρχομαι”.
-Σταμάτα να διακόπτεις, θα σε χτυπήσω.
-Όχι βία. ΟΧΙ.
-Ωραία. Συνεχίζω.
Φορούσε ένα μαύρο φούτερ, από αυτά που ζηλεύω απίστευτα και τα θέλω για όλη μου τη ζωή.
-Καλώς ήρθες, μου είπε και με αγκάλιασε.
Πρέπει να αποκτήσεις φίλους, μην δείξεις πόσο σιχαίνεσαι τις αγκαλιές.
-Εσύ καλώς ήρθες, απάντησα και κατάφερα να ξεφύγω όσο πιο ευγενικά μπορούσα.
-Λοιπόν, μάζεψε απ’το ψυγείο όσες μπύρες κρίνεις πως θα σου φανούν χρήσιμες και πάμε πάνω, συμπλήρωσε αμέσως μετά το χαμόγελο του σε στυλ anime.
-Βεβαίως, είπα, πήρα μια 6άδα και ανεβήκαμε.
Σε αυτήν την τεράστια ταράτσα υπήρχαν 4 ξαπλώστρες, διάφορα δέντρα, ενώ στα κάγκελα υπήρχαν τουλάχιστον 6 διαφορετικά μεγέθη γλάστρας, η καθεμια με διαφορετικό λουλούδι.
Όλως περιέργως, για την ώρα και την μέρα, επικρατούσε ησυχία. Λες και όλοι κρύφτηκαν σε μπαλκόνια και ταράτσες. Δε με χάλασε. Ησυχία, η καλύτερη μου φίλη.
-Κρατάς την αλητεία στα χέρια, ενώ ζεις την πιο κοινή ρομαντική στιγμή. Αναρχική είσαι;
-Good God, put me on the moon and I’ll find you beer and women right away!
-Του;
-Τσέχωφ.
-Βαρύς για τέτοιο βράδυ.
-Ε μωρέ. Λεπτομέρειες. Απλά ήταν κάτι που νομίζω πως κολλούσε.
-Όντως. Διαβάζεις αρκετά;
-Κάτι τέτοια βράδια. Άσε που το φθινόπωρο είναι ότι πρέπει για βιβλία και μπύρες στο μπαλκόνι.
-Και τι γίνεται με το φεγγάρι;
-Τι γίνεται;
-Το θες για παρέα;
-Αν έχει καεί η λάμπα της γειτονιάς, ναι.
-Τι απέχθεια είναι αυτή.
-Δε μου χρησιμεύει σε κάτι. Παραδείγματος χάρη, αυτή η στιγμή, δεν είναι ρομαντική επειδή την φωτίζει το φεγγάρι. Είναι ή θα μπορούσε να είναι επειδή βρίσκονται δύο άνθρωποι μόνοι που μοιράζονται τις γνώσεις τους στη λογοτεχνία, ένα ήσυχο βράδυ με άφθονες μπύρες. Υπερεκτιμημένο το φεγγάρι, κατ’ εμέ.
-Αν ήταν άλλος πλανήτης;
-Ο Άρης είναι πανέμορφος. Με αυτόν σίγουρα θα ερωτευόμουν, αλλά και πάλι. Λάμπα.
-Λάμπα, σωστά.
Παίζει να πήγε 4, όταν ζήτησα μια κουβέρτα, η οποία έφτασε πάνω μου με ανεξήγητο τρόπο, μιας και κείνος δεν φάνηκε να κουνιέται καθόλου. Ευχαρίστησα το σύμπαν, και για την κουβέρτα, αλλά και για το πιο ρομαντικό μη ρομαντικό βράδυ, που, εν τέλει, ο καθένας χρειάζεται, μια στις τόσες.
-Καλά δεν τα είπα;
-Καλά τα είπες. Αλλά εντάξει, θα μπορούσες να με κάνεις και καλύτερο.
-Έλα, κόψε τις μαλακίες. Πού είναι οι μπύρες;