Η πρώτη φορά σε ψυχολόγο. Στα 40,000 πόδια.

Εδώ και μερικά χρόνια ζω μια ζωή μάλλον περίεργη. Τίποτα το ιδιαίτερο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας των 20, σπουδές, μεταπτυχιακά, απλήρωτες δουλειές “για την προυπηρεσία”, φίλοι, μερικά κορίτσια. Τίποτα δεν με προετοίμασε για αυτό που ακολούθησε, τον θάνατο της μητέρας μου και την οικονομική καταστροφή του πατέρα μου. Ταυτόχρονα.

Κανά χρόνο μετά και μετά από ένα συνδυασμό τύχης και παράλογων ρίσκων, βρέθηκα να έχω μια οικονομική άνεση. Φυσικά όλα αυτά μου άφησαν ένα σωρό κατάλοιπα, ψυχολογικά κυρίως. Δεν μπορούσα να βρεθώ σε κλειστό χώρο χωρίς να έχει κολασμένη ζέστη, κατάλοιπο από την περίοδο που τουρτούριζα από το κρύο στο σπίτι μου ή να ξοδεύω με ανυπολόγιστη ταχύτητα, κατάλοιπο από όταν γύρναγα τα παντελόνια ανάποδα να βρω κανά ευρώ να αγοράσω μακαρόνια. Δύσκολο πράγμα η φτώχεια και ειδικά στην Ελλάδα της κρίσης. Anyway, βρίσκομαι 1,5 χρόνο πριν, Φλεβάρη του 2015 να πετάω για Μόναχο. Ενώ μέχρι να μου συμβούν όλα αυτά ήμουν ο τύπος που έμπαινε στο αεροπλάνο και κοιμόταν, από τον θάνατο της μητέρας μου και μετά στο αεροπλάνο έτρεμα σαν μίξερ και ένιωθα ότι ανά πάσα στιγμή θα πεθάνω. Η πτήση εν τω μεταξύ ήταν πιο ήρεμη κι από μισοκοιμισμένο sloath που οδηγεί το toyota corolla του 92 του παππού σου. Παρ’όλα αυτά εγώ έτρεμα διότι ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμασταν πρωτοσέλιδο, στατιστική, μπορεί και ταινία (ο Χιου Τζάκμαν να με παίξει παιδιά).

Για καλή μου τύχη, κάθισαν δίπλα μου δύο κυρίες, γύρω στα 50, ψυχολόγοι. Βλέποντας με να τρέμω, με ρώτησαν αν φοβάμαι και ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος.

Ψ: συγνώμη, γιατί τρέμετε, είστε καλά;

Ε: όχι δεν είμαι, αν ήμουν θα έτρεμα;

Ψ: τι έχετε; θέλετε να καλέσω την αεροσυνόδο;

Ε: όχι, παθαίνω κι έτσι έμφραγμα, μην ανησυχείτε. Απλά φοβάμαι πολύ.

Ψ: Φοβάστε τα αεροπλάνα;

Ε: Θα σας έλεγα ότι τα χέζομαι αλλά δεν μου το επιτρέπει η αγωγή μου. Θα πω απλά ότι δεν ειναι το αγαπημένο μου μέσο μεταφοράς.

Ψ: Κάτι κατάλαβα.

Ε: (τσακάλι είσαι) Ναι,ναι, καταλαβαίνετε φοβάμαι λίγο.

Από αυτή την σύντομη στιχομυθία ξεκίνησε μία κουβέντα που κράτησε περίπου 1,5 ώρα όσο σχεδόν και η πτήση για Μόναχο. Μέσα σε 1,5 ώρα συζητήσαμε για τον θάνατο της μητέρας μου, την καταστροφή του πατέρα μου, που παίζαμε τζένγκα με τα κατασχετήρια από τις τραπέζες και έφτασαν στο συμπέρασμα ότι έχω μετατραυματικό στρες, ή ptsd όπως το λέμε στο χωριό μου. Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, που είχα νιώσει άνετος. Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες στις αγχώδεις διαταραχές, κυρίως λόγω της κρίσης (και όχι, ψυχική πάθηση δεν είναι μόνο η κατάθλιψη) και από τις πρώτες επίσης όπου η ψυχική ασθένεια είναι ακόμα ταμπού. Είχα καταλάβει καιρό ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα, είχα εκρήξεις οργής, πολλές φορές αισθανόμουν ότι απομονώνομαι από τους άλλους και γενικά έβλεπα ότι δεν την παλεύω. Μου έδωσε ένα τηλέφωνο μίας ψυχολόγου που ασχολείται με την συγκεκριμένη πάθηση και σαν κλασσικός ελληνάρας αδιαφόρησα πλήρως λέγοντας “ελα μωρε, αυτά είναι για τους φραγκολεβαντίνους”. Wrong choice! Δυστυχώς το ταμπού σχετικά με τις ψυχικές ασθένειες με κράτησε 6μήνες σχεδόν μακριά από την ψυχοθεραπεία, ίσως το μόνο που μετάνιωσα σχετικά με την ψυχοθεραπεία. Όσο για την φοβία που ανέπτυξα, μου εξήγησε ότι με κάποιον τρόπο, ο εγκέφαλός μου είχε συνδέσει όλες αυτές τις δύσκολες καταστάσεις που πέρασα (δες παραπάνω αν δεν θυμάσαι) με το αεροπλάνο. Ξέρω, τρελή ξενέρα, δεν μπορούσε να το συνδέσει π.χ. με τον δράκο του Κομόντο; Δεν θα πήγαινα ποτέ στο Κομόντο και θα είμασταν όλοι μια χαρά. Από εκεί ξεκίνησε ένα ταξίδι αντιμετωπίζοντας μία ψυχική ασθένεια, παράλογες καταστάσεις, πράγματα που σχεδόν κανένας συνομήλικος μου δεν έχει αντιμετωπίσει και σκοπεύω να μοιραστώ μαζί σας, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι για να πείσω περισσότερο κόσμο που το έχει ανάγκη να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία (υπολόγιζεται ότι μόλις 10% όσων το χρειάζονται κάνουν ψυχοθεραπεία) και ο δεύτερος είναι για να δώσω την οπτική ενός ανθρώπου που αντιμετωπίζει μια ψυχική ασθένεια και σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι οι πιο “τρελοί” είναι αυτοί που νομίζουν ότι είναι “λογικοί”.