Profession Mercenary : The story of a greek military forces vet, who decided to become a mercenary, protecting loads for Shipping Companies, from the Somalian pirates, in Gulf of Aden. He talks about the dangers of facing pirates, their tactics and his life on a ship, far away from his family.

Ο Χρήστος είναι ένας από αυτούς που επέλεξε ένα ιδιαίτερο επάγγελμα το οποίο ελάχιστοι άνθρωποι θα τολμούσαν ακόμη και να σκεφτούν, αυτό του μισθοφόρου. Αφήνοντας πίσω την στρατιωτική ζωή, επιχείρησε ένα νέο ξεκίνημα με την οικογένεια του ωστόσο η οικονομική κρίση και προσωπικά ζητήματα τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Από το 2012 έως τα μέσα του 2013, εργάστηκε ως ένοπλος φρουρός σε εταιρία φύλαξης εμπορικών πλοίων. Ήταν και η χρονιά που η πειρατεία στον κόλπο του Άντεν στη Σομαλία γνώρισε σημαντική έξαρση με δεκάδες επιθέσεις και προσπάθειες κατάληψης εμπορικών πλοίων να σημειώνονται, ενώ στα θύματα των Σομαλών πειρατών περιλαμβάνονται και ελληνικά πλοία

Η γνωριμία με τον Χρήστο έγινε μέσω στενού οικογενειακού μου προσώπου με παρελθόν στα σώματα ασφαλείας. Η συνέντευξη, που είχε περισσότερο χαρακτήρα συζήτησης, έγινε σε ένα γειτονικό καφενείο όπου συχνάζει ο ίδιος. Όσα μου αφηγήθηκε φανερώνουν το πώς ακόμα και ένα άτομο με τακτική εκπαίδευση, αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες ως φρουρός σε πλοίο, διασχίζοντας νερά με διαρκή κίνδυνο επιθέσεων, απομακρυσμένος κατά πολύ από την εικόνα της ατρόμητης πολεμικής μηχανής που έχουμε για αυτούς τους ανθρώπους. Η συζήτηση μας, που κράτησε περίπου 3 ώρες, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα καθώς μου μίλησε για πράγματα τα οποία δεν μπορείς να τα κατανοήσεις πλήρως αν δεν τα ακούσεις από κάποιον που τα βίωσε, ενώ μου άφησε την εντύπωση ενός ατόμου, που αν και επέλεξε αυτή τη ζωή, από κάποιο σημείο και μετά ήθελε πραγματικά να ξεφύγει από την γεμάτη εντάσεις ζωή του στρατιωτικού.

Η ενασχόληση του με το στρατό άρχισε με το τέλος της στρατιωτικής του θητείας. Επηρεασμένος από τον πατέρα του αλλά και από το οικογενειακό περιβάλλον επέλεξε τη ζωή του στρατιωτικού «Μετά το στρατό δοκίμασα επιτυχώς να καταταγώ στη μοίρα αμφίβιων καταστροφών (ΜΑΚ), όπου είχε υπηρετήσει και ο πατέρας μου. Εκεί παρέμεινα για 4 χρόνια αρχικά ως εκπαιδευτής και έπειτα ως λοχαγός», αυτά ήταν η πρώτη του γεμάτη υπερηφάνεια απάντηση. «Μου άρεσε σαν εμπειρία και ήμουν ήδη μαθημένος στην πειθαρχεία από μικρός».

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο στρατό, ξέσπασε το πρωτοφανές κύμα τρομοκρατίας με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου με την αντίδραση της διεθνούς συμμαχίας να οδηγεί στην ανατροπή των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Μετά την κατάλυση του καθεστώτος των Ταλιμπάν το 2001 και προκειμένου να αποκατασταθεί κλίμα ασφαλείας στην πρωτεύουσα Καμπούλ, με στόχο την διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών, δημιουργήθηκε από το ΝΑΤΟ η «Διεθνής Δύναμη Ασφαλείας και Βοήθειας» (ISAF). Το 2002 πάρθηκε η απόφαση του ΚΕΣΥΕΑ για τη συμμετοχή ένοπλης ελληνικής ομάδας στην περιοχή της Καμπούλ με ειρηνευτικό χαρακτήρα και την ασφάλεια και διαφύλαξη της περιοχής καθώς και κομβόι ιατρικού υλικού και σίτισης από τον Ερυθρό Σταυρό. Η διάρκεια της αποστολής από 3 μήνες έως και το 2014 ενώ παράλληλα η επιχείρηση ενισχύθηκε με την αποστολή της παροχής ιατρικής βοήθειας και την εκπαίδευση Αφγανών στρατιωτών. Ο Χρήστος ήταν ένας από τους πρώτους 175 έλληνες στρατιώτες που συμμετείχαν στην αποστολή. «Στην Καμπούλ παρέμεινα με την αποστολή για 1 χρόνο μέχρι το 2003. Ήταν πολύ δύσκολη περίοδος καθώς βρισκόμασταν σε ένα άγνωστο για ‘μας περιβάλλον». «Η ζέστη και η κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας» μου απάντησε όταν τον ρώτησα ποια ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν, καθώς αντιμετώπιζαν συνθήκες ξηρασίας ενώ έπρεπε να φορούν για πολλές ώρες πλήρη εξάρτηση γεγονός που δυσχέραινε την παραμονή τους. Παράλληλα, ακόμα και μετά την απομάκρυνση των Ταλιμπάν, συνέχισαν να γίνονται επιθέσεις στα κομβόι αλλά και στα περίχωρα της Καμπούλ με βομβιστικές επιθέσεις.

«Γενικά έπρεπε να είμαστε σε ένα 60% με 70% ετοιμότητας κάθε μέρα. Οι αντίξοες συνθήκες και το γεγονός ότι δεν ήμασταν προσαρμοσμένοι στο κλίμα της χώρας μας δημιούργησε προβλήματα στην αρχή. Σε γενικές γραμμές δεν χρειάστηκε να εμπλακούμε με εχθρούς. Οι πιο επικίνδυνες στιγμές ήταν όταν έπρεπε να συνοδέψουμε μακριά από τη βάση τα κομβόι των αποστολών, γιατί βρισκόμασταν σε ανοιχτή περιοχή αρκετά εκτεθειμένοι. Σε ένα μόνο περιστατικό ήμασταν σε διαρκή επιφυλακή για τρεις μέρες. Είχε σημειωθεί βομβιστική επίθεση στη πόλη (Καμπούλ) με παγιδευμένο αυτοκίνητο έξω από στάση λεωφορείου και είχε αρκετά θύματα. Οπότε και έπρεπε να ελέγχουμε ότι έμπαινε και έβγαινε από την πόλη. Φυσικά στους δρόμους επικρατούσε ένας πανικός.»

Μετά από αυτή την αφήγηση προχώρησε στα χρόνια μετά το στρατό. Λήγοντας την θητεία του στις ερήμους του Αφγανιστάν, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου αργότερα έκανε τη δική του οικογένεια και άνοιξε ένα κατάστημα ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Με τη γέννηση της κόρης του αποφάσισε να επεκταθεί επαγγελματικά, ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την οικογένεια του. Ωστόσο, ορισμένοι λάθος χειρισμοί σε συνδυασμό με τη πρωτοφανή οικονομική κρίση τον έφεραν αντιμέτωπο με χρέη ενώ αναγκάστηκε να κλείσει και το νέο παραρτήματα που είχε επεκτείνει. Με την πελατεία του να πέφτει συνεχώς και την επιχείρηση του να μην αποδίδει πλέον, αποφάσισε να την κλείσει και να αναζητήσει νέα δουλειά. Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες και λόγω της εμπειρίας του σε στρατιωτικά ζητήματα αποφάσισε να εργαστεί ως ένοπλος φρουρός στην ελληνική εταιρία TARGET Security, που συνεργάζεται με πλοιοκτήτες για την φύλαξη των φορτίων σε επικίνδυνες θάλασσες.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένοπλες ομάδες με στρατιωτική εκπαίδευση που είναι πρόθυμοι να ρισκάρουν με σκοπό το κέρδος

Κάποτε, οι μόνοι γνωστοί μισθοφόροι που επιχειρούσαν στις μεγάλες ένοπλες συγκρούσεις ήταν οι «θρυλικοί» λεγεωνάριοι της λεγεώνας των ξένων, μιας ελίτ στρατιωτών από όλο τον κόσμο. Πλέον κυβερνήσεις, εφοπλιστές, πολέμαρχοι, που μπορούν να τους μισθώσουν, απολαύουν των υπηρεσιών αυτών των ατόμων . Από το 2009 και μετά παρατηρήθηκε και στη χώρα μας αυξημένη ζήτηση στον κλάδο αυτό καθώς το «μεροκάματο» είναι πολύ υψηλό, με τις τιμές να κυμαίνονται από 120 έως 400 δολάρια την ημέρα για τους χαμηλόβαθμους ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν και τα 1200 δολ. την ημέρα για τους υψηλόβαθμους και πιο έμπειρους (οι συναλλαγές τόσο στο εμπόριο όσο και στην μίσθωση ομάδων ασφαλείας γίνεται σε αμερικάνικα δολάρια). Μετά το 2001 και την εισβολή στο Αφγανιστάν και τη Μέση Ανατολή, η παρουσία μισθοφορικών στρατών που συνεργάζονται φανερά με κυβερνήσεις αυξήθηκαν σωρηδόν. Σήμερα εκτιμάται πως περίπου 10.000 μισθοφόροι επιχειρούν σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η πιο γνωστή εταιρία παροχής μισθοφόρων είναι η Academi με έδρα την Βιρτζίνια των Η.Π.Α., η οποία ξεκίνησε το 1997 με το όνομα BLACKWATER, με ιδρυτή τον Έρικ Πρίνς, απόστρατο του σώματος πεζοναυτών των Η.Π.Α., (μετονομάστηκε το 2009 σε xe SERVICES, και το 2010 πωλήθηκε σε ιδιώτες επενδυτές φέροντας την ονομασία Academi) και συνεργάζεται επισήμως με το Υπουργείο Άμυνας καθώς και με το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας. Η δράση της εταιρίας έγινε γνωστή το 2007 μετά από επιβεβαιωμένες μαρτυρίες για άνοιγμα πυρός σε πλήθος με αποτέλεσμα το θάνατο αμάχων στο Ιράκ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Spiegel η εταιρεία είναι εξουσιοδοτημένη από τη CΙΑ για τη δολοφονία πολιτικών και στρατιωτικών αντιπάλων των ΗΠΑ και ενδεχομένως τη μεταφορά τους στο Γκουαντάναμο μέσω θυγατρικών εταιρειών. Παράλληλα η παρουσία της Blackwater εντοπίστηκε και στην Ελλάδα. Το 2013, ο Έλληνας Πρέσβης κ. Λεωνίδας Χρυσανθόποουλος, ο οποίος σε συνέντευξή του σε καναδική εφημερίδα και ιστοσελίδα, υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση συνήψε συμβόλαιο «προστασίας» του Ελληνικού Κοινοβουλίου με την «Academi» το 2013, υπό τον φόβο κοινωνικής αναταραχής, ακόμα και ενός εμφύλιου πόλεμου, λόγω των Μνημονίων και των σκληρών μέτρων λιτότητας που επέβαλε η τρικομματική κυβέρνηση, ώστε αυτές οι τυχόν εξεγέρσεις να κατασταλούν άμεσα από την Blackwater!. Μετά από αυτό το δημοσίευμα, σε ερώτηση που έγινε στη Βουλή, προς τον τότε υπουργό δημοσίας τάξεως Νίκο Δένδια για την δράση της οργάνωσης, ο ίδιος ο Ν. Δένδιας δεν διέψευσε αλλά ούτε και επιβεβαίωσε το σχετικό δημοσίευμα.

Η δράση των Σομαλών πειρατών ξεκίνησε από το 2005 και επικεντρώθηκε στον κόλπο του Άντεν, γνωστό και ως σοκάκι των πειρατών. Ο κόλπος βρίσκεται στην Αραβική Θάλασσα ανάμεσα στη Υεμένη της νότιας ακτής της Αραβίας και τη Σομαλία στο Κέρας της Αφρικής. Βορειοδυτικά συνδέεται με την Ερυθρά Θάλασσα μέσω των στενών Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Αυτό που ξεκίνησε ως απλές διενέξεις που είχαν ομαλή έκβαση, μετατράπηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις που κατέληγαν σε τραυματισμούς ακόμα και σε απαγωγές πλοίων, με λύτρα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων να είναι το αντάλλαγμα για την επιστροφή του πλοίου και του πληρώματος. Φυσικά δεν είναι μόνο φαινόμενο της Σομαλίας η πειρατεία καθώς και στη Νιγηρία έχουν εκδηλωθεί αρκετές περιπτώσεις επιθέσεων κυρίως στον Κόλπο της Γουινέας με πρόσφατο θύμα μάλιστα πλοίο ελληνικών συμφερόντων στις 5 Μαρτίου αυτού του έτους .

Από το 2005 πολλοί οργανισμοί μεταξύ των οποίων ο Διεθνείς Οργανισμός Ναυσιπλοΐας (ΙΜΟ) και το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Σίτισης (WFP) εξέφρασαν την ανησυχία τους για την αυξημένη παρουσία πειρατών στην περιοχή, δεδομένης της αύξησης του κόστους της ναυσιπλοΐας (λόγω της ανάγκης πρόσθετης ασφάλειας των διακινουμένων φορτίων, εμπορευμάτων) καθώς και την παρεμπόδιση διακίνησης των φορτίων ανθρωπιστικής βοήθειας. Στις 7 Οκτωβρίου 2008, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών συνέταξε την Οδηγία 1838 καλώντας τα κράτη των οποίων εμπορικά σκάφη διέρχονται από την περιοχή να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές δυνάμεις για να περιορίσουν τα κρούσματα πειρατείας.

Οι Σομαλοί ψαράδες μετατράπηκαν σε τοπική μαφία αφού υπολογίζεται πως μέχρι σήμερα έχουν εισπράξει από απαγωγές πλοίων και εμπόριο όπλων πάνω από 300 εκ. δολάρια τη στιγμή που το κατά κεφαλήν εισόδημα της Χώρας δεν ξεπερνά τα 400 δολάρια το χρόνο. Έτσι λοιπόν ορισμένοι από απλοί ψαράδες μετατράπηκαν σε βαρόνους του πολέμου που ζουν σε υπερπολυτελή σπίτια στις ακτές της χώρας με προσωπικούς στρατούς ενώ συνεχίζουν κανονικά το έργο της πειρατείας. Αυτή η ανεξέλεγκτη δράση τους έχει γεννήσει πλήθος ερωτημάτων και φημών σχετικά με τη συνεργασία των πειρατών με την κυβέρνηση της Σομαλίας ακόμα και με τη σύναψη συμφωνιών του καπετάνιου του πλοίου με τους πειρατές για εσκεμμένη απαγωγή πλοίου και πληρώματος με στόχο το κέρδος

Με τις «δουλειές» να πηγαίνουν καλά, κατάφεραν να αναπτύξουν την δράση τους με τη χρήση τεχνολογίας, με νέο οπλοστάσιο και νέες τακτικές επίθεσης. Πλέον χρησιμοποιούν δορυφορικά τηλέφωνα ώστε να μην εντοπίζονται, ενώ οι επιθέσεις γίνονται ενορχηστρωμένα. Οι πιο συνηθισμένη τακτική εφόρμησης που χρησιμοποιούν είναι η παρατήρηση και η προσέγγιση. Οι επιθέσεις πραγματοποιούνται με μικρά σκάφη (skiffs) που φέρουν εξωλέμβιες μηχανές, καθιστώντας τα σκάφη αυτά ιδανικά λόγω ταχύτητας (ένα εμπορικό πλοίο κινείται μέχρι 12 μίλια ενώ ένα skiff αγγίζει ταχύτητες 20 έως 25 μίλια) και λόγω χαμηλού κόστους καυσίμων.

Πολύ σημαντική είναι η δράση των μεγάλων ψαρόπλοιων, (motherships), τα οποία εφοδιάζουν τα μικρότερα σκάφη με όπλα, καύσιμα και τροφή. Επίσης πολλές βάρκες λειτουργούν ως ανιχνευτές (scouters) και κινούνται ανάμεσα στα πλοία για την εύρεση αδύναμων σημείων Ο εξοπλισμός των πειρατών είναι απλός και αποτελεσματικός. Αποτελείται από ημιαυτόματα πιστόλια, ΑΚ47 αυτόματα όπλα, ρουκέτες RPG, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρουν και όλμους. Αυτή η ανάπτυξη κα η οργάνωση των πειρατών έχει επεκτείνει την ακτίνα δράσης τους γεωγραφικά, με τα 20 ναυτικά μίλια από την ακτή να μετατρέπονται σε 120 ακόμα και 150 σε κάποιες περιπτώσεις επιθέσεων.

Στη Ελλάδα η χρήση μισθοφόρων ή μάλλον ένοπλων φρουρών στα πλοία επιτράπηκε επισήμως το 2012 με το ΝΟΜΟ 4058/ΦΕΚ 63/Α/22.3.2012 — Παροχή υπηρεσιών ασφαλείας από ένοπλους φρουρούς σε εμπορικά πλοία και άλλες διατάξεις. Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο ο ναυλωτής του πλοίου μπορεί να χρησιμοποιεί ένοπλη ομάδα φύλαξης κατόπιν χορήγησης σχετικής άδειας από το Λιμενικό και το Υπουργείο Ναυτιλίας, που προβλέπει την συναίνεση εταιρίας — ναυλωτή, την ενημέρωση του πληρώματος πριν την αναχώρηση για την ύπαρξη μισθοφόρων στο πλοίο , και την ασφάλιση των μισθωμένων από ασφαλιστική εταιρία. Στα οξύμωρα του νόμου είναι το γεγονός ότι ο ναυλωτής πληρώνει σχετικό φόρο για τη χρήση της ελληνικής σημαίας στο πλοίο, ο οποίος αυξομειώνεται ανάλογα με το φορτίο του πλοίου, το είδος του, (δεξαμενόπλοιο, κοντέινερ, χημικό, φορτηγό), και την ηλικία του

Οι πιο γνωστές εταιρίες παροχής ασφάλειας στην Ελλάδα είναι οι Diaplous , Sea Guardian , Zeus , Triena , Aspida. Σήμερα εκτιμάται πως πάνω από 300 έλληνες εργάζονται ως φρουροί σε πλοία. Η αίτηση για εργασία σε αυτές της εταιρίες γίνεται ηλεκτρονικά . Αρκεί κάποιος να επισκεφθεί την ιστοσελίδα της εταιρίας και να συμπληρώσει τη σχετική αίτηση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε άτομα με προϋπηρεσία σε στρατό και σώματα ασφαλείας. Η απάντηση αποστέλλεται συνήθως εντός μιας ημέρας. Φυσικά δίνεται προτεραιότητα σε άτομα Σε περίπτωση που γίνει δεκτή, γίνεται το σχετικό briefing σχετικά με την εταιρία, και αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις, του παρέχεται ο εξοπλισμός για την εκπαίδευση

Η εκπαίδευση των μισθοφόρων, διαφέρει σε υλικοτεχνικό επίπεδο καθώς, υπάρχουν εταιρίες που τηρούν όλες τις προδιαγραφές, με προγράμματα υψηλού επιπέδου, την χρήση simulators, και την παροχή πλήρους εξοπλισμού και γενναίων συμβολαίων ασφάλισης για του μισθωτούς φρουρούς σε περίπτωση τραυματισμού. Δε λείπουν βέβαια και οι εταιρίες που ουσιαστικά στέλνουν ακατάλληλα εκπαιδευμένα άτομα η ακόμα και ανεκπαίδευτους άντρες στην ασφάλεια πλοίων. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου εταιρίες προσέλαβαν φρουρούς που όχι μόνο δεν μπορούσαν να προστατέψουν το πλοίο, αλλά το εγκαταλείψαν πηδώντας στη θάλασσα.

«Η απόφαση μου να εργαστώ ως ένοπλος φρουρός ήρθε κάτω από μεγάλη πίεση γιατί είχα και μια οικογένεια να σκεφτώ, παρόλο που λόγω παρελθόντος στο στρατό είχα μια ιδέα του τι μπορεί να γίνει. Η ιδέα ήρθε μέσω γνωριμιών σχετικών με το χώρο .» Η εκπαίδευση του ξεκίνησε το 2012. Στην ουσία επρόκειτο για μια απαιτητική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση ενός άγνωστου εχθρού με πολύ διαφορετικές τακτικές από τις συνηθισμένες. « Η εκπαίδευση μας ήταν αρκετά δύσκολη και έμοιαζε πολύ με αυτή στο ΜΑΚ. Ουσιαστικά περιελάμβανε όλα τα στάδια επικινδυνότητας , από τον εντοπισμό πειρατών μέχρι το «ρεσάλτο» στο πλοίο».

- Τι επιπέδου ήταν η εκπαίδευση ;

- Πολύ υψηλού. Για περίπου ένα μήνα ήμασταν συνέχεια στο πόδι .

- Δεδομένης της εμπειρίας σου αντιμετώπισες δυσκολίες;

- Ναι γιατί ετοιμάζεσαι να αντιμετωπίσεις έναν εχθρό που δεν ξέρεις ποιος είναι ή πότε θα επιτεθεί. Και εντάξει, είσαι στη θάλασσα. Δεν είναι εύκολο!

Η εκπαίδευση για την προστασία ενός πλοίου, ξεκινάει με την προβολή εκπαιδευτικού υλικού από προηγούμενες περιπτώσεις πειρατείας. Η τακτική αυτή ακολουθείται κυρίως για άτομα που δεν έχουν εμπειρία στη θάλασσα. Έπειτα τα απαραίτητα βιομετρικά τεστ, πραγματοποιούνται ασκήσεις φυσικής κατάστασης, προσαρμογής και αυτοάμυνας και στη συνέχεια δίνεται ο εξοπλισμός (απαραίτητη προϋπόθεση σε πολλές εταιρίες είναι η παράδοση εγγράφου από την αστυνομική διεύθυνση, που πιστοποιεί καθαρό ποινικό μητρώο). Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση συνήθως αποτελείται από την κατηγορία blue guns. Πρόκειται για αυθεντικές αντιγραφές όπλων τα οποία δεν φέρουν επάνω τους κινητά μέρη. Η βασική εκπαίδευση περιλαμβάνει τα στάδια απεμπλοκής σε περίπτωση επίθεσης. Επίσης πραγματοποιείται και η θωράκιση του πλοίου με δυνατούς προβολείς και κάλυψη των χώρων εισόδου με συρματόπλεγμα (razor wire). Ορισμένα πλοία, που μεταφέρουν μεγάλα και ακριβά φορτία φέρουν και κανόνια νερού για την απομάκρυνση των πειρατών. Πολύ σημαντικό σημείο της εκπαίδευσης είναι η αντιμετώπιση κινδύνου σε κατάσταση ομηρίας του πληρώματος. Προτεραιότητα δίνεται στην προστασία του καπετάνιου και έπειτα επιχειρείται η απελευθέρωση του πληρώματος. Όμως, όσο προετοιμασμένος και να είσαι λέει ο Χρήστος δεν μπορείς μέχρι να το βιώσεις μέχρι να το βιώσεις. «Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να στρέψω το όπλο μου σε άλλον άνθρωπο. Για αυτό δεν μπορείς ποτέ να προετοιμαστείς ειδικά αν είσαι νέος στο χώρο».

Η προστασία των πλοίων αλλά και του πληρώματος, συμπεριλαμβανομένων και των φρουρών κατοχυρώνεται από τον ISPS (International Ship and Port Facility Security Code). Με βάση αυτόν τον κώδικα προβλέπεται η παρουσία φρουρών στο πλοίο, η παρουσία και ασφαλή χρήση του αμυντικού εξοπλισμού στο πλοίο. Μια ειδοποιός διαφορά του ISPS είναι η προστασία του ειδικού φρουρού στη θάλασσα παρά το μισθοφορικό καθεστώς εργασίας του, σε αντίθεση με την ξηρά, όπου σύμφωνα με τους κανόνες ένοπλης σύρραξης, ο μισθοφόρος αν δεν είναι αποτελεί μέλος συνεργασίας με επίσημη κυβέρνηση, δεν αντιμετωπίζεται ως αιχμάλωτος πολέμου.

Ο ίδιος κώδικας προβλέπει τα στάδια απεμπλοκής και εμπλοκής φρουρών και πληρώματος σε καταστάσεις πειρατείας. Το στάδιο της απεμπλοκής αποτελείται από σειρά ενεργειών για την δήλωση παρουσίας ένοπλης δύναμης στο πλοίο. Πλέον οι πειρατές που δρουν οργανωμένα αναγνωρίζουν τα πλοία που φέρουν φρουρούς καθώς οι ιστοσελίδες των εταιριών είναι ενημερωμένες για την ύπαρξη τους στο πλοίο. Πρώτο στάδιο μετά τον εντοπισμό πειρατών είναι η εκτόξευση ναυτικών φωτοβολίδων . Δεύτερο στάδιο είναι η φανέρωση των όπλων από τους φρουρούς. Τρίτο στάδιο, οι προειδοποιητικές βολές που οδηγούν στο τέταρτο στάδιο, όπου οι βολές στοχεύουν τη μηχανή του εχθρικού σκάφους. Σε περίπτωση που δεν αποσυμπιεστεί η κατάσταση φτάνει στο πέμπτο στάδιο της εμπλοκής. Εδώ οι φρουροί έχουν το δικαίωμα να πυροβολήσουν σε στόχο για προστασία.

Επιπλέον καθορίζεται και η διαδικασία σε περίπτωση που το πλοίο τελεί υπό κατάληψη από πειρατές. Στην περίπτωση που το πλοίο οδηγηθεί σε ακτή και δεν μπορεί να γίνει ανακατάληψη από ειδική ομάδα, ξεκινούν οι διαδικασίες απελευθέρωσης του πλοίου. Οι διαπραγματεύσεις γίνονται μεταξύ των απαγωγέων και του πλοιοκτήτη. Από το νόμο προβλέπεται η συμμετοχή δικηγόρου ή ειδικού διαπραγματευτή. Τα λύτρα συνήθως καθορίζονται από την αξία του πλοίου, την αξία του φορτίου και την ηλικία του. Ο πλοιοκτήτης πρέπει να παραδώσει τα χρήματα εντός χρονικού ορίου. Μετά την ανάληψη του ποσού από την τράπεζα το οποίο διαφέρει χρονικά ανάλογα με τη τράπεζα και το ποσό, γίνεται η απαραίτητη προετοιμασία του πακέτου χρημάτων, από ειδικό. Η διαδικασία αυτή ακολουθείται καθώς η παράδοση των χρημάτων τις περισσότερες φορές γίνεται από αέρος, οπότε και το κιβώτιο ρίχνεται στη θάλασσα. Εναλλακτική τακτική είναι αυτή της μεταφοράς με φορτηγό, ωστόσο είναι πολύ επικίνδυνη για τυχόν απαγωγή και του φορτηγού. Μετά την ομαλή διεξαγωγή της παράδοσης ακολουθείται η απελευθέρωση του πλοίου.

Όλη η παραπάνω διαδικασία φανερώνει το πόσο οργανωμένοι είναι πλέον οι πειρατές, αφού είναι ικανοί να κινητοποιήσουν ολόκληρους μηχανισμούς, για την διακοπή της δράσης τους. Σύμφωνα με τα όσα λέει ο Χρήστος υπάρχουν τρία είδη πειρατών. Το πρώτο αποτελείται από τους οργανωμένους πειρατές και έχουν ουσιαστικά δομές μαφιόζικης οργάνωσης. Είναι εξοπλισμένοι με καινούρια όπλα, τύπου ΑΚ47 ακόμα και στρατιωτικά τουφέκια M4, τα οποία προμηθεύονται από την Υεμένη και το Τζιμπουτί. Το δεύτερο είδος είναι αυτό που έχει και την κωμική ονομασία part time pirates. Πρόκειται για ψαράδες οι οποίοι βάση του νόμου ISPS έχουν το δικαίωμα να φέρουν ελαφρύ οπλισμό για την προστασία τους από τους πειρατές. Αυτό βέβαια οδηγεί σε παρερμηνείες του νόμου καθώς πολλοί από αυτούς σχηματίζουν ομάδες επιδρομών σε εμπορικά πλοία. Εδώ έγκειται και ένα νομικό κενό. Προκειμένου, να συλληφθεί ένα άτομο που κατηγορείται για πειρατεία πρέπει να βρεθούν επάνω του είτε οπλισμός, είτε κλοπιμαία από το πλοίο, ή, να πιαστεί επ’ αυτοφώρω. Έτσι λοιπόν πολλοί αποφεύγουν την σύλληψη ρίχνοντας τον οπλισμό τους στη θάλασσα, αφού εύκολα μπορούν να το αναπληρώσουν, ή , κρύβουν τη λεία τους σε φυσικές κρυψώνες. Το τρίτο και πιο επικίνδυνο είδος, σύμφωνα με το Χρήστο, είναι απλοί ψαράδες που δεν έχουν καμιά σχέση με την πειρατεία όμως κάποιο από τα μέλη της οικογένειας τους έχει απαχθεί, και αναγκάζονται να προσχωρήσουν σε αυτή, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση τους. Έτσι λοιπόν, βρίσκονται σε ένα loose-loose situation, όπου το έγκλημα είναι μονόδρομος, αφού έχουν πολλά να χάσουν.

Σίγουρα δεν είναι μόνο η ύπαρξη πειρατών που καθιστά επικίνδυνη την εργασία πάνω σε πλοίο. Οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, τα εξαντλητικά ωράρια, και τα ταξίδια που από μια με δυο εβδομάδες μπορούν να κρατήσουν έναν ολόκληρο μήνα, επιβαρύνουν το κλίμα και τις συνθήκες εργασίας, πάνω στο πλοίο. «Έχει τύχει σε δύο περιπτώσεις που ταξίδεψα στην Ινδία να καθυστερήσουμε πολύ, λόγω κακού καιρού να πιάσουμε λιμάνι. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο, γιατί έχεις προετοιμαστεί να μείνεις στο πλοίο για λίγες μέρες και καταλήγεις να είσαι εγκλωβισμένος σε αυτό.» Αυτή η καθυστέρηση σε αρκετές περιπτώσεις επιβαρύνουν τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά όσους εργάζονται στο πλοίο. Ειδικά όταν πρόκειται για νέους στο χώρο που έχουν προετοιμαστεί ψυχολογικά για ένα πιο εύκολο ταξίδι. Φυσικά ,το ζητούμενο είναι να κυλήσουν όλα ομαλά πόσο μάλλον να μη χρειαστούν να αντικρίσουν πειρατικό σκάφος στον ορίζοντα.

Επίσης σημαντικό ζήτημα είναι η συμβίωση σε έναν κλειστό χώρο με άτομα τα οποία δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου. Αυτό συμβαίνει καθώς πολλές ναυτιλιακές εταιρίες που έχουν την οικονομική άνεση συνεργάζονται και με εταιρίες φύλαξης του εξωτερικού προσλαμβάνοντας άτομα όλων των εθνικοτήτων. Επιπλέον σύμφωνα με το ΝΟΜΟ 4058/ΦΕΚ 63/Α/22.3.2012, πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχουν στο πλοίο τουλάχιστον έξι ένοπλοι φρουροί ενώ σε περιπτώσεις που το σκάφος ξεπερνά τα 300 μέτρα σε μήκος αυξάνεται και ο αριθμός του πληρώματος και του προσωπικού ασφαλείας.

«Σε πλοία που φεύγουν από την Ελλάδα, εργάζονται πολλοί αλλοδαποί στη φρούρηση. Έχει τύχει να κάνουμε ταξίδι κι να είμαι εγώ άλλος ένας Έλληνες στην ομάδα. Συνήθως πολλοί προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και έχουν αν όχι όλοι , οι περισσότεροι, εμπειρία σε κάποιο σώμα ασφαλείας».

Η βιωσιμότητα αυτού του επαγγέλματος είναι σχετικά μικρή καθώς πολλοί εγκαταλείπουν τη θάλασσα μετά από λίγα ταξίδια. Κάτι οι αποστάσεις, κάτι από τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα όπως μου λέει ο Χρήστος τους αποθαρρύνει να συνεχίσουν τη δουλειά του μισθοφόρου παρά τις υψηλές αμοιβές. «Λίγοι είναι αυτοί που συνεχίζουν. Οι περισσότεροι έρχονται μόνο και μόνο για να κάνουν την εκπαίδευση, για αυτό και μας ζητάνε ποινικό μητρώο, γιατί δεν μπορούν να εκπαιδεύσουν τον οποιονδήποτε. Υπάρχουν και αυτοί όπως εγώ που ήρθαμε για να κάνουμε ένα γερό κομπόδεμα και να κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα ή ακόμα θέλουν να ξεφύγουν από χρέη. Είναι πολύ λίγοι αυτοί που θα μείνουν για χρόνια σε αυτό το χώρο και θα κάνουν ουσιαστικά καριέρα.

Η πληρωμή για τους ειδικούς φρουρούς στην χώρα μας βρίσκεται σε χαμηλότερες τιμές από ότι σε εταιρίες του εξωτερικού με την ημερήσια πληρωμή να κυμαίνεται από 100 έως 250 ευρώ (σε αντιστοιχία δολαρίου). Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ιδιότυπο σύστημα πληρωμής αφού υπάρχουν εταιρίες που λειτουργούν εντελώς στην αδιαφάνεια χωρίς να κρατάνε βιβλία εσόδων εξόδων, ενώ στον αντίποδα υπάρχουν και αυτές που λειτουργούν σύμφωνα με τον αγγλικό όρο ΄΄by the book΄΄, όπου αποδίδουν κανονικά ΦΠΑ και οι συναλλαγές τους με ναυτιλιακές εταιρίες δηλώνονται στο ακέραιο στο δημόσιο. Παρόλα αυτά οι αμοιβές που αποδίδονται στους εργαζόμενους παραμένουν άγνωστες και οι τιμές γίνονται γνωστές κυρίως μέσω των εργαζομένων, στην προκειμένη περίπτωση του συνεντευξιαζόμενου.

Η δουλειά αυτή παρά τον καλό μισθό είναι γεμάτη κινδύνους. Για όσους μάλιστα έχουν οικογένεια το πλήρωμα είναι βαρύ. Ο κίνδυνος να μην επιστρέψουν είναι πάντα υπαρκτός, ενώ και μόνο η σκέψη ότι μπορεί να χρειαστεί να αφαιρέσουν ανθρώπινη ζωή προκαλεί από μόνη της αποτροπιασμό. «Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να πυροβολήσω άνθρωπο», είπε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησης μας ο Χρήστος, πάντα με ένα αίσθημα ανακούφισης. Ποιός άλλωστε θέλει να αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή ;

Όταν τον ρώτησα για το πώς το διαχειρίστηκε η οικογένεια του, μου απάντησε : «Στην αρχή η γυναίκα μου δεν ήθελε καν να το ακούσει. Δεν την αδικώ. Ακόμα και μετά τα πρώτα ταξίδια ανησυχούσε πάρα πολύ όταν έλειπα. Ευτυχώς η κόρη ήταν τότε 2 ετών και δεν καταλάβαινε κάτι πέρα από την απουσία μου. Και οι γονείς μου στην αρχή μου έλεγαν να μην πάω. Η ανησυχία και ο φόβος υπήρχε κάθε φορά που έφευγα. »

Στο διάστημα που εργάστηκε ως μισθοφόρος σε πλοίο, μου αποκάλυψε πως σε ένα από τα ταξίδια του έπεσε θύμα επίθεσης πειρατών, λίγα μίλια από τις ακτές του Άγιου Μαυρίκιου: « Ήταν πρωί, που δύσκολα επιτίθενται σε πλοία, γιατί προτιμούν να το κάνουν βράδυ. Άρχισαν να μας πλησιάζουν με τα σκάφη τους από τα πλάγια. Ακολουθήσαμε τη διαδικασία απεμπλοκής, ρίξαμε τις φωτοβολίδες και αφού φανερώσαμε τα όπλα μας ρίξαμε στο νερό κάποιες προειδοποιητικές βολές. Ευτυχώς ,μετά από τις βολές έφυγαν. Εκείνη την ώρα παρόλο που ήμουνα μαθημένος στον κίνδυνο, τολμώ να πω ότι φοβήθηκα. Παλιότερα ίσως να μην φοβόμουνα. Θες η σκέψη της οικογένειας μου αν πάθω κάτι , θες το γεγονός ότι ήξερα πως πολλά μπορούσαν να πάνε στραβά εκείνη την ώρα. Το βράδυ δεν κλείσαμε μάτι. Είχαμε επανδρώσει τους προβολείς και φυλάγαμε σκοπιά για τυχόν κινήσεις στη θάλασσα.»

«Η σκέψη του να μην ξαναταξιδέψω πέρασε από το μυαλό μου μόλις γύρισα σπίτι και όταν το είπα στη σύζυγο μου ξέσπασε σε κλάματα και με παρακαλούσε να σταματήσω. Τι να τις έλεγα εκείνη την ώρα», πρόσθεσε αργότερα.

«Μετά από αυτό το συμβάν ταξίδεψα άλλες 3 φορές ευτυχώς χωρίς να αντιμετωπίσουμε προβλήματα. Τότε αποφάσισα να σταματήσω. Είχα βγάλει αρκετά ενώ κατάφερα να βρω δουλειά ως οδηγός σε εταιρία μεταφορών, ενώ και η σύζυγος μου βρήκε δουλειά. Δεν με πείραξε καθόλου που σταμάτησα γιατί ήξερα πως θα βρίσκομαι ασφαλής στο σπίτι μου με την οικογένεια μου.»

Ο Χρήστος είναι από τους λίγους που επέλεξαν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του μισθοφόρου. Ένα ιδιότυπο επάγγελμα το οποίο βρίθει κινδύνων που υπόσχεται όμως ένα καλό «μεροκάματο» . Η συζήτηση μας δεν κράτησε πάρα πολύ. Όσα μου είπε όμως ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα. Μπορεί να μην αφηγούνται ιστορίες ανείπωτης ανδρείας από πεδία μαχών, περιγράφουν όμως μια οπτική που δεν συναντάς εύκολα.

Η συνάντηση μας έληξε με τον εξής διάλογο :

- Σε πειράζει να λες ότι έχεις κάνει αυτό το επάγγελμα

- Για να είμαι ειλικρινής δεν με νοιάζει, δεν είμαι περήφανος αλλά και αυτό είναι μια δουλειά

- Σου έχει λείψει καθόλου όλο αυτό

- Καθόλου και από τότε δεν έχω ξαναπιάσει όπλο στα χέρια μου.

- Θα το ξανάκανες αν χρειαζόταν;

- Όχι δεν πέρασε ποτέ ξανά από το μυαλό μου. Το μόνο που θέλω είναι να μείνω σπίτι με την οικογένεια μου.

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.