Νέοι πιστεύουν στην Ελλάδα

Η σημαντικότερη συνέπεια της οικονομικής κρίσης είναι η εγκατάλειψη της χώρας από τους νέους. Υπάρχουν όμως και κάποιοι νέοι που πιστεύουν στην ανάκαμψή της. Όσο υπάρχουν αυτοί, υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά στη δίνη μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης. Συνεχώς και παντού ακούμε πως διανύουμε μια δύσκολη εποχή αφού η ζωή μας άλλαξε απότομα μέσα σε λίγους μήνες. Πολλοί ισχυρίζονται ότι για όλα φταίει η ελληνική κυβέρνηση ενώ άλλοι πως “όλοι μαζί τα φάγαμε”. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι ποιός αντιμετωπίζει τις συνέπειες αυτής της κατάστασης. Οι δυσκολίες γεννούν συνεχώς νέα προβλήματα και τελικά η οικονομία δεν αποτελεί μεμονωμένη υπόθεση. Είναι συνδεδεμένη με την πολιτική, με την ανθρώπινη φύση και με το τι θεωρείται ορθή συμπεριφορά.
Τα πραγματικά προβλήματα της κρίσης επεκτείνονται στο σύνολο των πολιτών καθώς πρόκειται για την άνοδο των επιτοκίων, τη δυσκολία στη λήψη δανείων, την ανοδική πορεία στην τιμή των εμπορευμάτωνκαι των καυσίμων που είχαν ως αποτέλεσμα την ακρίβεια και τη μείωση της αγοραστικής ικανότητας των καταναλωτών δημιουργώντας πτώση των καταναλωτικών δαπανών άρα και πτώση των κύκλων των εργασιών. Η ελληνική οικονομία πρώτη φορά βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στην οικονομική ύφεση και τη δημοσιονομική κατάρρευση.
Το σημαντικότερο πρόβλημα βρίσκεται στην ομάδα των νέων της χώρας. Στα πιο παραγωγικά και δημιουργικά χρόνια της ζωής κάθε ανθρώπου, η χώρα μοιάζει ανίκανη να τους βοηθήσει και να τους στηρίξει για να χτίσουν τη ζωή τους εδώ, με αποτέλεσμα να αναζητούν την ελπίδα μακριά από την Ελλάδα. Η μετανάστευση των νέων με αγχώνει πολύ. Σήμερα ‘ολο και περισσότεροι νέοι ψάχνουν τρόπο να φύγουν στο εξωτερικό.
“Και τί θα απογίνει αυτός ο τόπος όταν εσείς οι νέοι τον εγκαταλείπετε;” μου λέει όλο παράπονο ο κύριος Παναγιώτης, 86 ετών. Τα δύο εγγόνια του, εδώ και τέσσερα χρόνια έχουν μετακομίση στν Ολλανδία για μεταπτυχιακές σπουδές και δεν σκοπεύουν να γυρίσουν αφού δουλεύουν ήδη εκεί. Στην Ελλάδα η ελπίδα να εργαστούν ήταν ελάχιστη. 
Τα λεγώμενα “παιδιά της κρίσης” αποτελούν το νέο κύμα Ελλήνων μεταναστών. Νέοι που βλέπουν τα όνειρά τους δύσκολα να μπορούν να πραγματοποιηθούν εδώ, παίρνουν την απόφαση να αναζητήσουν την τύχη τους ακόμη και στην άλλη άκρη της γης. Εκατοντάδες νέοι, ταλαντούχοι με άριστες σπουδές, φεύγουν για να μην αντιμετωπίσουν το απάνθρωπο πρόσωπο της κοινωνίας που τους αρνείται μια αξιοπρεπή δουλειά. Αυτό σημαίνει ότι μια σημαντική και δυναμική μερίδα του πληθυσμού θα ήθελε τη χώρα διαφορετική.
Στο μυαλό μου ηχεί συνεχώς η φωνή του κύριου Παναγιώτη. Δεν είναι πρωτόγνωρο να διώχνει η Ελλάδα τα παιδιά της. Έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι Έλληνες εξωτερικού, εργάζονται στη Αγγλία κυρίως στο χώρο της πληροφορικής, της οικονομίας και τις τέχνες, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό με μεταπτυχιακό ή διδακτορικό αποτελούν προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης και προσόντων.

Η γνωριμία
Ένα απόγευμα αποφασίσαμε με τον κολλητό μου να πιούμε ένα ποτό στο Piree, στον Πειραιά. Από καιρό είχαμε ακούσει για το νέο αυτό πολυχώρο που είχε δημιουργηθεί σε μια παλιά αποθήκη του λιμανιού και οργανώνει παρουσιάσεις έργων ελλήνων σχεδιαστών. Εκεί παρακολουθήσαμε την πρώτη επίδειξη στην Ελλάδα της σειράς Queens από τη σχεδιάστρια μόδας Σοφία Μυρτώ Μετσοβίτη. Ρούχα από ακριβά υφάσματα σε αυστηρές, μακριές γραμμές κατάφεραν να με ενθουσιάσουν. Σύντομα μάθαμε πώς η Σοφία είχε επιστρέψει στην Ελλάδα για να ξεκινήσει εδώ το δικό της επιχειρηματικό σχέδιο. “Να γυρίσει για δουλειά στην Ελλάδα; Για την οικονομική κρίση δε γνωρίζει;” αναρωτήθηκα. Αυτή την κοπέλα έπρεπε να τη γνωρίσω.
Την επόμενη κιόλας μέρα συναντηθήκαμε στον επαγγελματικό της χώρο στους Αγίους Ανργύρους. Έκπληκτη από το χώρο που είχε δημιουργήσει και τον ενθουσιασμό που μιλούσε για τα σχέδιά της κατάφερε να μου γκρεμίσει την εικόνα της “τέλειας ζωής στο Λονδίνο”.

Η Σοφία από μικρή ονειρευόταν τη ζωή της στην Αγγλία. Τα τελευταία χρόνια του σχολείου ήταν προετοιμασία για σπουδές στο εξωτερικό. Το Λονδίνο ήταν γι’ αυτή η καλύτερη επιλογή για να σπουδάσει ζωγραφική. Ενώ αρχικά φοιτούσε στη Σχολή Καλών Τεχνών κατέληξε να παρακολουθεί μαθήματα fashion design στο διάσημο Instituto Marangoni.
Η πρώτη της συλλογή παρουσιάστηκε στο fashion week του Λονδίνου όταν βρέθηκε ανάμεσα στους είκοσι τελειόφοιτους που επιλέχθηκαν για να δείξουν τη δουλειά τους. Τα ρούχα της ξεχώρισαν και κατάφεραν να κερδίσουν ακόμη και τους πιο δύσκολους στο χώρο της μόδας καθώς η ιταλική Vogue παρουσίασε τη δουλειά της σε αφιέρωμα για νέους σχεδιαστές.
Μετά την επιτυχία της συλλογής της, πέρασε μια περίοδο ανασφάλειας αφού έπρεπε να συνεχίσει με πρακτική άσκηση στο χώρο της μόδας “Όταν τελείωσα τη σχολή, φοβόμουν μήπως αποτύχω και νιώσω η χειρότερη όλου του κόσμου”. Ξεκίνησε στο custome department μιας ταινίας όπου ασχολήθηκε με τα κοστούμια. Δούλεψε πολλές ώρες και απογοητεύτηκε όταν τελικά η παραγωγή ακυρώθηκε. Στη συνέχεια εργάστηκε με έναν από τους διασημότερους Λονδρέζους ράφτες, τον Γκρεσαμ Μπλεικ, ο οποίος συνεργαζόταν με πολλούς rock stars και γνωστούς ηθοποιούς. 
Η Σοφία όμως εξακολουθούσε να μη νιώθει δημιουργική και παραδέχεται πως ο λόγος ήταν οτι δεν περνούσε καλά στο Λονδίνο “Έζησα τη μεγάλη αλλαγή στο Λονδίνο. Η ζωή μου πλέον εκεί δεν ήταν αυτή που ονειρευόμουν, αλλά μια συνεχής δοκιμασία. Έχει ακριβύνει πάρα πολύ και δεν είναι αστείο. Πλέον διώχνουν κόσμο. Η λογική τους είναι αυτή, “αν δεν είσαι τραπεζίτης, φύγε!”. Για εμένα το Λονδίνο ήταν η χώρα της τέχνης, της μόδας, της μουσικής, του nightlife, των clubs. Τώρα κλείνουν ολόκληρες γειτονιές από galleries, μαγαζιά με κιθάρες και μουσικά όργανα, πολύ ιστορικές και στη θέση τους χτίζουν διαμερίσματα και τράπεζες για τους bankers. Σε αυτό το Λονδίνο δεν άντεξα”.
Φεύγοντας από το Λονδίνο, η Σοφία επέλεξε να φέρει πίσω στην Ελλάδα την αισθητική και τις γνώσεις που είχε κερδίσει στο εξωτερικό και να δημιουργήσει εδώ τη δική της εταιρία ρούχων. “Την αρχή που έκανα τώρα εδώ με ένα μικρό κεφάλαιο, δε μπορούσα να την κάνω στο Λονδίνο γιατί τα λεφτά που ξοδεύω εδώ για να χτίσω ολόκληρη εταιρία, θα ξόδευα για να ζω εκεί — νοίκι και μπύρα στο σπίτι, τίποτα περισσότερο”.
Η Σοφία Μετσοβίτη ανήκει στους νέους που είδαν την κρίση ως ευκαιρία και όχι ως καταστροφή. “Η Ελλάδα έχει πολλά αξιόλογα παιδιά που φεύγουν και δεν ξαναγυρίζουν. Νομίζω πως είναι μια καλή στιγμή να αρχίσουμε να γυρνάμε και να πιστέψουμε πως αν το παλέψουμε θα πάει κάτι καλά. Με τη σωστή προώθηση μπορείς να πραγματοποιήσεις τα σχέδιά σου. Χρησιμοποιώντας τις γνώσεις που κατάφερα να αποκτήσω στο εξωτερικό, μπορώ να τα καταφέρω και στη χώρα μου. Οπότε αν υπάρχουν άνθρωποι που έχουν λίγα χρήματα στην άκρη και έχουν μια συγκεκριμένοι επιχειρηματική ιδέα, η Ελλάδα είναι ένα καλό μέρος να ζεις, ειδικά όταν είσαι δημιουργικός”.
Με τη δουλειά της, η Σοφία θέλει να αποδείξει πως οι Έλληνες είναι ικανοί να πετύχουν τα πάντα, αρκεί μόνο να το θελήσουν “Θέλω τα ρούχα μου να είναι φτιαγμένα στην Ελλάδα, σχεδιασμένα εδώ, με ελληνικές πρώτες ύλες και να τα προωθήσω στο εξωτερικό ώστε να βγει μια εικόνα της χώρας μας πολύ καλύτερη από αυτή που περιμένουν, γιατί η εικόνα μας δεν είναι καθόλου καλή”.

Σε ένα ήσυχο δρομάκι κάτω από την Ακρόπολη συνάντησα δύο νέους που κατάφεραν να δημιουργήσουν το δικό τους ελληνικό brand ξύλινων γυαλιών και να το προωθήσουν στο εξωτερικό.
Ο Γιώργος Οικονόμου και ο Χρήστος Κωσταντάς είναι φίλοι από το δημοτικό. Ακόμη θυμούνται τις σκανταλιές μέσα στην τάξη και γελούν όταν μας λένε πως τα αγαπημένα τους παιχνίδια ήταν το “ξύλο” και το κρυφτό. “Συμπαθιόμασταν αλλά σε αυτή την ηλικία τα αγοράκια έχουν μια κόντρα μεταξύ τους”. Δύο χαρακτήρες διαφορετικοί, με κοινό στοιχείο την αγάπη για δημιουργία κατάφεραν να χαράξουν τη δική τους επαγγελματική πορεία. Εξάλλου, όταν δύο φίλοι αποφασίζουν να συνεργαστούν μόνο όμορφα πράγματα μπορούν να συμβούν.
Η ιδέα ξεκίνησε το Μάρτιο του 2014 και η αφορμή για να φτάσει να τησ δώσει σάρκα και οστά ήταν ένα ακριβό ζευγάρι γυαλιών. “Ένα βράδυ καθόμουν στον υπολογιστή και έψαχνα γυαλιά να αγοράσω. Βρήκα κάποια ξύλινα που μου άρεσαν πολύ αλλά ήταν ακριβά. Την περίοδο αυτή και ο Χρήστος και εγώ δε δουλεύαμε. Έτσι αποφάσισα να τα φτιάξω μόνος μου. Δεν είχα εργαλεία και χρησιμοποίησα κάποιες λίμες νυχιών της αδερφής μου. ¨οταν το είδε ο Χρήστος ενθουσιάστηκε. Το μελετήσαμε και ξεκινήσαμε”.
Ο Γιώργος στο παρελθόν είχε ασχοληθεί με κατασκευές αλουμινίου και σιδήρου και ως μηχανικός εγκαταστάσεων. Έτσι είχε όλες τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις γι’ αυτή τη δουλειά. “Ο Χρήστος αγαπά αυτό 
που κάνει και το κάνει τέλεια. Είναι κάτι δημιουργικό και ότι σε κάνει να αισθάνεσαι καλά, το μαθαίνεις εύκολα”. Αγαπούν την επαφή με το ξύλο και τη μυρωδιά του. Γι’ αυτούς το ξύλο συμβολίζει τη διαχρονικότητα και την παράδοση. Είναι το προιόν της φύσης που αναπαριστά τη διαρκή ροή της ζωής.
Τα ξύλινα αξεσουάρ είναι το απόλυτο trend και κατακτούν ολοένα και περισσότερο τις καρδιές των fashion icons. Μετά τα πλαστικά, κοκκάλινα και μεταλλικά γυαλιά, τα ξύλινα κάνουν την εμφάνισή τους και κυριαρχούν στο χώρο της μόδας. Είτε πρόκειται για οράσεως είτε για τον ήλιο, θέλουμε να έχουμε πολλά ζευγάρια αφού μας βοηθούν να αλλάζουμε εύκολα το στυλ μας.
Έβενος, παλίσανδρος, βέγκε, νιαγκόν, ελιά και τριανταφυλλιά είναι τα ξύλα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή γυαλιών Honeywood. Εκτός από το design, σημαντικό γι’ αυτούς είναι και η ανθεκτικότητά τους. “Θέλουμε να είναι ανθεκτικά, ελαστικά και σκληρά ταυτόχρονα. Δουλεύουμε συνεχώς πάνω σε αυτό και αυτό είναι το μυστικό που μας ξεχωρίζει”.
“Δεν σκεφτήκαμε ποτέ να φύγουμε από την Ελλάδα. Σκοπός μας είναι να “μοιράσουμε” Ελλάδα σε όλη τη Ευρώπη. Με το ηλεκτρονικό μας κατάστημα στέλνουμε γυαλιά σε πολλές χώρες της Ευρώπης ενώ η Γερμανία είναι αυτή που αγάπησε πρώτη τα ελληνικά ξύλινα γυαλιά μας!”

Οι τρείς αυτοί νέοι αποτελούν ένα δείγμα από τους ελάχιστους νέους που επιλέγουν να μείνουν στην Ελλάδα και να κάνουν το ταλέντο τους επάγγελμα. Μετά από τη συνάντηση μαζί τους αρχίζω όλο και πιο πολύ να πιστεύω πως έχει έρθει η ώρα να πιστέψουμε σε μια νέα αρχή. όλοι οι Έλληνες του εξωτερικού, έχοντας δουλέψει για μικρά ή μεγάλα διαστήματα, συχνά σε σημαντικές θέσεις έχουν αποκτήσει τις εμπειρίες και τις γνωριμίες που μόνο θετικά θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επανασύνθεση της κοινωνίας μας, προσφέροντας τις εμπειρίες από ξένο και διαφορετικό περιβάλλον. Γιατί αυτό το διαφορετικό χρειαζόμαστε!