Αγαπημένε μου λιπαρέ μουσακά.

Έφτασα επιτέλους στο σημείο να μην έχω τι να σου γράψω πια. Μίλησα για την ξανθιά σου κόμη, εξύμνησα τις θεαματικές εντυπώσεις σου στην πράξη του έρωτα. Θυμήθηκα τη στιγμή που κοιτάξαμε παρέα τον Αρτεμώνα καθισμένοι στο σοκάκι που ανεβαίνει την Απολλωνία για να συναντήσει την Καταβατή και τα Εξάμπελα. Σου άρεσε άραγε που έπιασα συζήτηση στις γιαγιάδες που μας είδαν σφιχταγκαλιασμένους μπροστά στην εκκλησία; Ξέρω τι θα απαντήσεις. Πώς ήταν απαραίτητο να τους μιλήσω για να μην σταυροκοπηθούν από τη θέα ενός νέου (ή νεοσύστατου) ζεύγους που δεν ξέρει πώς να κρατήσει τα χέρια του στις τσέπες ενός νοητού παντελονιού. Ήταν καλοκαίρι, ακριβή μου μελιτζανοσαλάτα. Δεν φορούσα παντελόνια. Με κόπο φορούσα εσώρουχα, η ζέστη μ’έκαιγε παντού, το ξέρεις και το ξέρω. Μη γελάς. Η ζέστη ήταν, το νησί, τα αστέρια, αυτά που τόσο καιρό σου γράφω. Τα χέρια σου δεν ίδρωσαν, το σιχαίνομαι αυτό. Παρά τη ζέστη. Αχ. Τι άλλο να σου πω πλέον, αφού στέρεψα πια. Φοβάμαι πως παρεξηγείς τα λεγόμενά μου, πως θέλεις κάτι άλλο από μένα, κάτι που να μην περνάει νωχελικά από την οθόνη του υπολογιστή μου, κάτι που να περιμένει μια ευθεία απάντηση. Αυτήν που όπως κατάλαβες δεν θέλω να δώσω και μακάρι να καταλάβαινες πως αυτά εδώ είναι κοινή κτήση κι ας είναι ολοδικά μου και ολόδικά σου.

Θα σου πω πάλι τα ίδια λιπαρέ μου μουσακά. Αλλά δεν πειράζει, έτσι δεν είναι; Αφού πια μας έμειναν μόνο εκείνα τα δυο βλέμματα στο Μπότζι, εσύ με δυο κατινούλες κι εγώ με τη δική μου Κατερίνα που έτρωγε τα πετσάκια της όταν εκμυστηρεύτηκα ότι ‘μεγάλε, τι βάψαμε!’, εδώ η ιστορία έχει ζουμί. Ποιος να ξέρει τι απ’όλα που γράφω είναι αλήθεια και τι ονειρεύτηκα. Κι αν σε χρησιμοποιώ σαν μούσα μου ή αν αλήθεια σε νιώθω.

Παίρνω πολλά φάρμακα μικρό χλωμό μου σύννεφο και σίγουρα παίρνω περισσότερα γιατί γκρίζησε στη δεύτερη μου πατρίδα το Παρίσι και δεν έχει πια γαλάζια ώρα τ’απογεύματα, όχι. Έχει μόνο μια σταλαγματική βροχή που αν κλείσω τις λίστες του “κασετόφωνου” ρυθμικά παίζει ένα μικρό ανύποπτο ντραμ ντραμ στο μπαλκόνι ενός κελιού που έμαθα να λατρεύω πιο πολύ κι από σένα.

Αχ, ανήλιαγε Δεκέμβρη μου, αχ υπόγεια θλίψη. Γράφω για να αποφύγω την κατάθλιψη, τη νιώθω να κοντοσημαίνει, γιατί τόσες φορές με συνάντησε στο παρελθόν κι εγώ της κρυβόμουν αλλά εκείνη εκεί, σαν παλιά μου άσπονδη φίλη (έχω πολλές, έτσι δεν είναι κορίτσια;) να καπνίζει τσιγάρο στη γωνία ενός γκρίζου κτιρίου που χτίστηκε μετά το 1970 και στάζει μεταπολίτευση. Επ, φιλενάδα, μου λέει, καιρό έχουμε να τα πούμε, για κάτσε να πιούμε ένα πικρό καφεδάκι. Για έλα, κορίτσι, και με τραβάει με στόμφο απ’το παλτό μου και κρυώνω.

Πάλι βρίσκω τι να σου γράψω μοιάζει ξανθότατε μου παλιόφιλε. Τουλάχιστον τώρα ξέρω και ξέρεις ότι το καλοκαίρι τέλειωσε και περιμένουμε με πολλαπλά αόρατα αμήν το επόμενο μπας και ζεσταθεί ένα ή δύο πολύ πολύ εύθραυστα κοκκαλάκια μας.

Καλό Σάββατο βράδυ, λαχταριστέ μου ρεβυθοκεφτέ και πρόσεχε ποιαν θα παρασύρεις στο κρεβάτι σου γιατί ζηλεύω ατέρμονα.

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.