
You make loving fun* ή το δεύτερο ερωτικό γράμμα στη Σίφνο
Στα 17 μου ανακάλυψα το άλμπουμ των Fleetwood Mac “Rumours”. Και ως θαύμα, το μόνο τραγούδι που δεν μου άρεσε ήταν το Daddy, το τρίτο εν σειρά κομμάτι. Ερωτευμένη με τα μπούνια, και τρελαμένη από αυτό που συμβαίνει στα αστέρια στη Σίφνο – μην τα ξαναλέμε, ξενυχτούσα μέχρις τις τέσσερις το πρωί για να γράφω σουρεαλιστικά κείμενα στον εαυτό μου σ’ένα πράσινο τετράδιο. Ολα, όπως πάντοτε, συνέβησαν στη Σίφνο.
Αλλά αυτό το μυστικό δεν αφορά κανέναν. Θα μιλήσω για το άλλο, το μεγάλο μυστικό που όσες φορές κι αν το πω, δεν θα τελειώσει η μαγεία που νιώθω μέσα μου. Οταν το πλοίο στρίβει και βλέπουμε να ξεπροβάλλει με αίγλη το μικρό το λιμανάκι, το πιο όμορφο όλων των Κυκλάδων και σιγά μη γίνω κι αντικειμενική. Ποτέ δεν ήμουν άλλωστε. Τα πάντα τα βλέπω με το πρίσμα μιας 17χρονης ερωτευμένης και τότε και τώρα.
Πάσχα, η πιο όμορφη εποχή για το νησί μας, ένας ανοιξιάτικος οργασμός που μας παρασέρνει σε μια δίνη που στο τέλος πονάει αλλά ποιος νοιάζεται; Για ένα καρδιοχτύπι ζούμε άλλωστε, είτε αυτό το δημιουργεί ένας άνθρωπος είτε ένας τόπος. Συνήθως, με τη Σίφνο, συμβαίνουν μαζί και δεν μπορείς να τα δεις ξέχωρα. Στα 17 μου ήμουν ερωτευμένη με 3 αγόρια κι αν τα νομίζετε πολλά, να σας υπενθυμίσω ότι τότε στη Σίφνο και στην Αθήνα, όπου κυκλοφορούσα, υπήρχαν πάνω από 1000 ξανθοί θεοί ή μελαχρινοί στιβαροί νέοι, οπότε το ποσοστό αν το δεις αλλιώς είναι μικρό και ασήμαντο.
Πέρναγε το λεωφορείο κι έλεγα από μέσα μου: Ας με πατήσει, να μάθει ο αγαπημένος μου πως για κείνον το έκανα, για κείνον αυτοκτονούσα κάθε βράδυ, γιατί δεν με πρόσεξε όταν αράζαμε παρέα στο Ισιδώρα. Κλεφτά βλέμματα – μόνο δικά μου – κι εκείνος γυρνούσε όλο το νησί με τα πόδια, παρέα με μια κοπέλα – που μισούσα – κι ένα σκυλί. Λυπάμαι βαθιά που δεν του είπα ποτέ, ακόμη και μετά που γίναμε φίλοι – δήθεν – ότι στα 17 μου έπλαθα σενάρια αυτοκτονίας για πάρτη του.
Το μαστέλο μπήκε στη φωτιά, όπως πάντα, στον φούρνο του Βενιού και διάφοροι γνωστοί και φίλοι μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι, αλλά έλειπε η καρδιά μου η Κατερίνα γιατί έχουμε κι ένα εστιατόριο να κρατήσουμε στην Απολλωνία κύριοι, εμείς δεν γλεντάμε, εμείς δουλεύουμε. Η μήπως μπερδεύω τις χρονιές; Στο μυαλό μου πάντοτε το Πάσχα είναι η Σίφνος και η Σίφνος το Πάσχα.
Οταν τελειώσαμε το φαγητό, έπεσα για ύπνο κι ήμασταν μεγάλη παρέα, και υπήρχε θόρυβος αλλά όσο ο κόσμος γελούσε εγώ κοιμόμουν. Ξύπνησα στις 2 το πρωί, ντύθηκα και κατέβηκα στην Απολλωνία. Ηταν ο κόσμος μαζεμένος στο Μπότζι και ο ξανθός θεός περίμενε εκεί. Πάντοτε ξανθοί είναι οι θεοί, αγαπημένο μου δωδεκάθεο. Και αυτό που στάζει απ’τα χείλη τους είναι είτε νέκταρ είτε ψέματα, αλλά και τα δυο το ίδιο με αγγίζουν.
Παρασύρομαι, άλλο ήθελα να πω. Ηθελα να γράψω για τη Σιφνούλα και καταλήγω να γράφω γι’αγόρια. Αυτά παθαίνεις όμως με τη Σιφνούλα, γι’άλλο πας κι άλλο κάνεις. Κάτι θέλω να πω, κάτι θέλω να πω στον Ξανθό του 2014, κάτι θέλω να πω κι είναι παρμένο απ’τον Ελύτη κι είναι δικό μου ή δικό του. Ξέρει αυτός τι θέλω να του πω. Ε Ξανθέ;
*Fleetwood Mac, Rumours, 1977