Νευρική Ανορεξία

This is the story of a 11-year-old young lady, who dealt with anorexia because of the problems she had with her family. She was hospitalized in a special clinic, where her real problems began. This essay represents her own perspective on the situation.

«Για το μόνο που λυπάμαι είναι που υπάρχει ακόμα»

Δεκέμβριος 2004. Καλωσορίζοντας το νέο έτος, που μπαίνει, ξεκινούν και τα προβλήματα για τη μικρή, τότε, Μαρία, μόλις 11 χρονών, καθώς και για την οικογένειά της.

«Όλο αυτό ξεκίνησε Χριστούγεννα πέμπτης δημοτικού. Είχαμε κατέβει στο χωριό μου οικογενειακά, με θείους, θείες, για να περάσουμε τις γιορτές εκεί. Η κατάσταση, γενικότερα, ήταν περίεργη. Οι δικοί μου τσακώνονταν πάρα πολύ, εγώ ήμουν πιεσμένη, γιατί είχα αρκετό διάβασμα και γενικότερα το κλίμα δεν ήταν ούτε ευχάριστο, αλλά ούτε και ήρεμο. Τελειώνοντας οι διακοπές φύγαμε από το χωριό, γυρίσαμε στην Αθήνα, αλλά η κατάσταση συνέχιζε να είναι η ίδια, το κλίμα δεν έφτιαχνε και εγώ πιεζόμουν ακόμη περισσότερο. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, εγώ έπαθα γαστρεντερίτιδα και δεν μπορούσα ούτε να φάω. Μια μέρα ξαφνικά -το θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό- ήταν λες και βρισκόμουν σε ημι- ύπνο, σαν να πήρα ένα βιβλίο από ένα ράφι και ανοίγοντάς το, να είδα ότι η λύση σ’ όλο αυτό που αισθανόμουν ήταν να σταματήσω να τρώω.» . Κάπως έτσι άρχισε το θέμα της ανορεξίας, πράγμα, που σε μία τόσο μικρή ηλικία, η Μαρία δεν θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει, ούτε αυτό ούτε τις διαστάσεις, που θα έπαιρνε.

Η νευρική ανορεξία είναι μια διατροφική διαταραχή. Μια ψυχογενής ασθένεια. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η άρνηση του ατόμου, που νοσεί, να καταναλώσει φαγητό και να διατηρήσει το σώμα του και το βάρος του σε φυσιολογικά επίπεδα. Ο ασθενής έχει διαστρεβλωμένη εικόνα για τον εαυτό του και για το πώς είναι πραγματικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της θεωρίας είναι η σχέση του ασθενούς με τον καθρέφτη. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα άτομα αυτά, αν τα τοποθετήσει κανείς μπροστά σε έναν καθρέφτη και τους δείξει το σώμα τους υπάρχει πιθανότητα είτε να δουν τον εαυτό τους παχύ είτε να πουν ότι δεν μπορούν να διακρίνουν κάτι άσχημο ή μη φυσιολογικό. Δεν σταματούν να νιώθουν πείνα. Νιώθουν και έχουν την ανάγκη να φάνε, αλλά δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να ξεφύγουν στις ποσότητές τους. Ως επί τω πλείστον, η ποσότητα φαγητού που καταναλώνεται μέσα στη μέρα δεν ξεπερνάει τις 600 με 800 θερμίδες. Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων που καταφεύγουν στην ολική αθρεψία. Με άλλα λόγια, δεν σιτίζονται καθόλου.

Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία άνηκε και η Μαρία. « Για ένα περίπου μήνα δεν έτρωγα τίποτα ούτε καν έπινα νερό. Απλά εγκαταστάθηκα στον καναπέ του σπιτιού μου και δεν ήθελα να φάω. Τις πρώτες μέρες καθόμουν και έβλεπα λίγο τηλεόραση, χάζευα. Όμως όσο περνούσαν οι μέρες ένιωθα τον οργανισμό μου να εξασθενεί, να νιώθει κουρασμένος. Αυτό δεν με ώθησε να φάω, απλώς μετά από ένα σημείο δεν είχα κουράγιο ούτε τηλεόραση να δω. Γι’ αυτό, από κάποια στιγμή και μετά το μόνο που έκανα ήταν να κοιμάμαι.».

Όλη αυτή η κατάσταση είχε αρχίσει να ξεφεύγει. Στην αρχή έκρυβε από τους γονείς της το γεγονός ότι έμενε νηστική με διάφορες δικαιολογίες, όπως για παράδειγμα λέγοντας τους, ότι είχε φάει στο σχολείο ή λέγοντας ότι έφαγε, όταν εκείνοι ήταν στο άλλο δωμάτιο, γι’ αυτό και δεν την είδαν. Αυτή, όμως, η περίοδος ψεύδους δεν κράτησε για πολύ. Μόλις εγκαταστάθηκε στον καναπέ του σπιτιού ήταν ολοφάνερο πλέον το αν έτρωγε ή όχι. Μερικές φορές έδειχνε επιδεικτικά αυτή την άρνησή της απέναντι στο φαγητό ή στο νερό. Αν και οι γονείς της είχαν αντιληφθεί την κατάσταση ήταν αδύνατον να κάνουν κάτι, ώστε να το αποτρέψουν όλο αυτό. Ό,τι κι αν της έλεγαν, ό,τι κι αν έκαναν η Μαρία ήταν ανένδοτη, πιστή στην απόφασή της. Δεν ήθελε να φάει και αυτό θα έκανε. Το κορμί της ήταν πλέον τόσο αφυδατωμένο. Μια μέρα, οι γονείς της, μετά από πολλούς τσακωμούς, την έπεισαν να πιει τέσσερις κουταλιές νερό. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσε πραγματικά όλο της το σώμα να κρυώνει, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ούτε αυτό το συμβάν την αφύπνισε, ώστε να αποφασίσει να κάνει κάτι. Να βοηθήσει τον εαυτό της. Είχε φτάσει πλέον σε τέτοιο σημείο, όπου πλέον δεν μπορούσε να περπατήσει από την αδυναμία.

Ένα πρωινό, λοιπόν, ετοιμάστηκε, όπως κάθε μέρα, για να πάει σχολείο. Η μητέρα της, Στέλλα, της είχε ετοιμάσει ένα τοστ, όμως εκείνη την αγνόησε και έκανε σαν να μην το άκουσε. Μέχρι να φτάσουν στο σχολείο η μητέρα της της έλεγε όλη την ώρα πως πρέπει να φάει το τοστ και πως αν δεν το έτρωγε θα την πήγαινε στο νοσοκομείο. Έτσι κι έγινε. Εκείνη την ημέρα, η Μαρία δεν πήγε στο σχολείο της και στους συμμαθητές της. Νοσηλεύτηκε στο Ιατρικό Κέντρο. Μπορεί η νοσηλεία της στο συγκεκριμένο νοσοκομείο να κράτησε μόνο μερικές μέρες, παρ’ όλα αυτά η εισαγωγή της αποδείκνυε πόσο σοβαρό ήταν το ζήτημα πλέον.

«Δεν φταίω εγώ. Η μητέρα μου ήταν λίγο πιεστική με το φαΐ και εγώ από αντιδραστικότητα δεν ήθελα να φάω.» Το κλίμα στο σπίτι της δεν καλυτέρευε, η δυναμική των γονιών της δεν έβρισκε καμία ισορροπία και το ότι την πίεζαν ακόμα περισσότερο, για να φάει δεν απέδιδε καθόλου.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, η Μαρία βρέθηκε διασωληνωμένη με ορούς. Οι γιατροί προσπαθούσαν να προετοιμάσουν τους γονείς της για το χειρότερο, αφού όπως χαρακτηριστικά τους είπαν η κόρη τους είχε μόνο 10% πιθανότητες να ζήσει. Οι νοσηλεύτριες της έφερναν πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό, αλλά εκείνη αρνείτο να φάει ακόμα και σ’ αυτήν την κατάσταση. Η μόνη λύση ήταν να τρέφεται με ορούς. Αυτή ήταν μία προσωρινή κατάσταση, που κράτησε σχεδόν μία βδομάδα. Με την εξαγωγή της, όμως, δεν άλλαξε καθόλου στάση απέναντι στο θέμα. Μπορεί να «πήρε τα πάνω» της, λίγο, στο Ιατρικό Κέντρο, αλλά αυτό δεν την παρότρυνε να ξεκινήσει το φαΐ. Βέβαια, η ασθένεια της πέρναγε από διάφορα στάδια. Δεν έτρωγε κανονικά σε καμία περίπτωση, ούτε είχε ξεκινήσει να τρώει συστηματικά. Όμως, υπήρχαν μέρες, που έτρωγε κάτι, έστω και λίγο, και άλλες βέβαια που δεν έτρωγε τίποτα. Κάνοντας μια μικρή ανασκόπηση, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι το 11χρονο κορίτσι έτρωγε λίγο, όταν οι γονείς της ήταν ήρεμοι και το κλίμα ευχάριστο. Όταν, πάλι, άρχιζαν να τσακώνονται και να υπάρχει εκνευρισμός στο σπίτι, ακολουθούσε πάλι τη τακτική ολικής αθρεψίας.

Δεν είναι καθόλου απίθανο και σπάνιο να ήταν αυτή η αιτία ή καλύτερα ο καταλυτικός παράγοντας, που ανάλογα με αυτόν η Μαρία θα έτρωγε ή όχι. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα παιδί, μπορεί να «πέσει» στην ανορεξία. Από τους πιο σπάνιους είναι οι μαιευτικές επιπλοκές, όπως η μητρική αναιμία, ο σακχαρώδης διαβήτης, το έμφραγμα στον πλακούντα και οι καρδιακές ανωμαλίες, που μπορεί να εμφανίσει ένα νεογέννητο, καθώς επίσης και οι γενετικές επιπλοκές, σύμφωνα με τις οποίες η νευρική ανορεξία κληρονομείται σε ποσοστό περίπου 56%-84%. Από τους πιο συνήθεις λόγους είναι τα κοινωνικά πρότυπα, που δημιουργούνται και προβάλλονται στον κόσμο. Η σύγχρονη κοινωνία προβάλλει πρότυπα μοντέλων και ανθρώπων πολύ αδύνατων, το λεγόμενο πρότυπο της Barbie. Πολλά άτομα, κυρίως κορίτσια, λοιπόν, πέφτουν σ’ αυτή την παγίδα και προσπαθούν να μιμηθούν αυτό το πρότυπο, χωρίς να σκέφτονται τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στην υγεία τους.

Η περίπτωση της Μαρίας, όμως, ενός τόσο μικρού κοριτσιού, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από κανέναν από τους παραπάνω λόγους. Το πρόβλημα ξεκινάει από την οικογένειά της, από τη σχέση των γονιών της μεταξύ τους, αλλά κυρίως μέσα από τη σχέση της Μαρίας με την μητέρα της. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα λεγόμενα της οικογενειακής συμβούλου, Τένιας Μακρής, τα κορίτσια δένονται πολύ με τις μητέρες του. Δημιουργούν σχέσεις εξαρτήσεις. Όταν, λοιπόν, ο χαρακτήρας της μάνας συγκρούεται με αυτόν της κόρης μπορεί να προκληθούν ψυχολογικά ή και διατροφικά προβλήματα. Αν, βέβαια, αυτή η σχέση συνδυάζεται με μια άσχημη εικόνα των γονιών σα ζευγάρι επιτείνει το πρόβλημα.

«Το φαγητό το έκοψα για να τιμωρήσω τους γονείς μου. Κάθε παιδάκι σ’ αυτή την ηλικία σκέφτεται έτσι . Αισθανόμουν πολύ καταπιεσμένη και αυτή θεώρησα ότι ήταν η καλύτερη λύση.». Το πρόβλημά της, όμως, δεν μπόρεσε να λυθεί με αυτό τον τρόπο. Το μόνο που κατάφερε τελικά ήταν να επιδεινώσει τη κατάσταση της υγείας της. Με τον καιρό εξασθενούσε πάλι ο οργανισμός της. Έχανε κιλά συνεχώς. Οι γονείς της όσο κι αν προσπαθούσαν δεν μπορούσαν να την βοηθήσουν ούτε με το καλό ούτε με το κακό. Τελικά η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο.

17 Μαρτίου 2004. Η Μαρία εισήχθη στο νοσοκομείο «Αγία Σοφία», αφού πλέον οι γονείς της έχαναν κάθε ελπίδα. Μπορεί στο Ιατρικό Κέντρο η παραμονή της να ήταν μικρή, τώρα, όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Έξι μήνες έμεινε μέσα αυτή τη φορά και δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί το τι θα ακολουθούσε στη συνέχεια.

Στην αρχή δεν καταλάβαινε τη σοβαρότητα της κατάστασης, που είχε δημιουργηθεί. Είχε ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια πλευρά, της φαινόταν ελκυστική η ιδέα να βρεθεί σε ένα χώρο -έτσι όπως της τον παρουσίαζαν ή καλύτερα έτσι όπως εκείνη τον φανταζότανε- μακριά από όλους κι από όλα, να βρίσκεται κάπου μόνη της, να μην ακούει κανέναν. Να μην υπάρχουν γκρίνιες και τσακωμοί. Να συντηρεί μόνη της τον εαυτό της και να είναι ανεξάρτητη. Από την άλλη, πάλι, πλευρά, όλο αυτό την φόβιζε. Μπορεί να σκεφτόταν ότι ίσως είναι καλύτερα, αλλά θα αναγκαζόταν να μείνει μόνη της. Χωρίς τους δικούς της. Χωρίς τη στήριξή τους. Μπορεί να μην ήθελε τους τσακωμούς των γονιών της, αλλά και μόνο η σκέψη να μην τους έχει καθόλου δίπλα της, την τρόμαζε. Τι θα έκανε ένα 11χρονο κορίτσι μόνο του; Πού θα την πήγαιναν; Με ποιους θα ήταν; Τι θα της έκαναν; Και ένα άλλο κομμάτι της, πάλι, απορούσε. Εκείνο το πρωί της 17ης Μαρτίου η Μαρία είχε φάει 5 κουταλιές γιαούρτι. Στα δικά της μάτια και σύμφωνα με τις ποσότητες, που έτρωγε, ή δεν έτρωγε, αυτό ήταν φαΐ. Γι’ αυτό το λόγο, παραξενεύτηκε πολύ από την αντίδραση των γονιών της, που την πήγαν στο νοσοκομείο.

«Δεν καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή, γιατί έπρεπε να πάω, αφού είχα ξεκινήσει να τρώω. Μάλλον επειδή είχα πολλά πισωγυρίσματα και ακριβώς επειδή η αιτία ήταν η σχέση των γονιών μου και εκείνοι δε θα τα ξανάβρισκαν, έπρεπε να με παρακολουθούν για να σταματήσω να έχω σκαμπανεβάσματα και να ισορροπήσω».

Παρ’ όλα αυτά, αυτή ήταν μόνο η αρχή. Τον πρώτο καιρό ήταν δύσκολα. Η Μαρία είχε πολύ εξασθενημένο οργανισμό και της ήταν αδύνατον να σταθεί στα πόδια της, να περπατήσει. Υποτίθεται ότι υπήρχαν νοσοκόμες συγκεκριμένες, οι οποίες θα την παρακολουθούσαν και θα την βοηθούσαν σε κάθε τι που θα χρειαζόταν. Αυτό, όμως ίσχυε μόνο στη θεωρία. Η Μαρία μπορεί να ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και να ήθελε να σηκωθεί να περπατήσει λίγο, κάτι που ήταν αδύνατον να καταφέρει μόνη της. Γι’ αυτό είχε ανάγκη τη βοήθεια της αποκλειστικής. Ωστόσο, εκείνη, όχι μόνο δεν βρισκόταν στο δωμάτιο ή τουλάχιστον κοντά σ’ αυτό, αλλά, ακόμα κι όταν την φώναζε το 11χρονο κορίτσι και ζητούσε βοήθεια, η νοσοκόμα δεν εμφανιζόταν. Όλη αυτή η κατάσταση σε συνδυασμό με την έλλειψη των γονιών της που ένιωθε, την έκανε ακόμα πιο ευάλωτη και την έριχνε πολύ ψυχολογικά.

Εξίσου δύσκολο για την Μαρία ήταν η κοινωνική της ένταξη με τα άτομα εκεί και η συναναστροφή της μαζί τους. Οι ηλικίες τον παιδιών μέσα στην κλινική κυμαίνονταν από 6 χρονών μέχρι 18 χρονών. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν βρισκόταν εκεί. Μέσα σ’ αυτή την κλινική εισάγονταν παιδιά με ψυχογενείς ασθένειες, χωρίς να γίνεται διάκριση στο τι είδους ασθένεια έχει το κάθε ανήλικο. Έτσι, υπήρχαν παιδιά με πολύ σοβαρές και λιγότερο σοβαρές ασθένειες στον ίδιο χώρο, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν το ένα το άλλο.

«Υπήρχαν άτομα τελείως άσχετα με το δικό μου θέμα. Δηλαδή ένα παιδί, που πήγαινε γυμνάσιο τότε, βρισκόταν εκεί για ναρκωτικά. Μια άλλη κοπέλα είχε μπει στην κλινική, γιατί είχε ρίξει στη μάνα της βιτριόλι». Δεν υπήρχε ούτε ένα παιδί με το πρόβλημα της Μαρίας. Ένιωθε ότι δεν είχε καμία σχέση με όλους αυτούς. Δεν μπορούσε να δημιουργήσει σχέσεις μαζί τους. Μόνο με ένα κορίτσι συναναστρεφόταν, με το οποίο έμεναν στον ίδιο κοιτώνα. Δεν έπασχε από την ίδια ασθένεια, αλλά ήταν ήσυχη κοπέλα και γλυκιά. Ούτε, όμως, και μ’ εκείνη μπορούσε να ανοιχτεί και να δημιουργήσει στενές σχέσεις. Η παρέα της ήταν τα βιβλία και τα πινέλα της. Διάβαζε συνεχώς, κι όταν δεν διάβαζε, ζωγράφιζε. Έβρισκε διέξοδο μέσα από αυτό. Ήταν ένας τρόπος άμυνας. Αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει από όλο αυτό, που συνέβαινε μέσα στην κλινική προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι θα ζήσει προσωρινά μια άλλη ζωή, γι’ αυτό να μην απογοητεύεται.

«Πολλές φορές έχω δει ντοκιμαντέρ με θέμα το Άουσβιτς, που τους είχαν κλεισμένους. Πολλοί άνθρωποι εκεί έλεγαν στον εαυτό τους ότι αυτό που ζουν είναι κάτι προσωρινό και πως θα περάσει. Όταν κιόλας διάβασα το αντίστοιχο βιβλίο ταυτίστηκα απόλυτα. Γενικά, δηλαδή, το μόνο, που έκανα ήταν να περιμένω να περάσει ο καιρός.»

Τις αντιθέσεις, που υπήρχαν με τα υπόλοιπα παιδιά μπορούσε να τις διαχειριστεί. Την αδιαφορία των νοσοκόμων, επίσης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν κρυβόταν εκεί. Στο συγκεκριμένο τμήμα του νοσοκομείου, τα πράγματα δεν κυλούσαν ομαλά. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν έτσι όπως τα φαντάζονται οι υπόλοιποι, που το βλέπουν απ’ έξω. Οι γιατροί της κλινικής «Αγία Σοφία» δεν εφάρμοζαν θεραπευτικές μεθόδους στους νοσούντες. Τουναντίον, μέσα στο τμήμα αυτό, στο λεγόμενο «ten», γινόταν πειραματική ιατρική. Οι γιατροί δεν βοηθούσαν τόσο τα παιδιά να ξεπεράσουν το πρόβλημά τους, όσο τα παιδιά βοηθούσαν να προχωρήσει η έρευνά των γιατρών.

Η Μαρία τα έζησε όλα αυτά. Τα βίωσε καλύτερα από τον καθένα. Πρωταρχικό της πρόβλημα ήταν οι γονείς της και το ότι δεν τους έβλεπε. Ειδικά τις πρώτες δεκαπέντε μέρες δεν της επιτρεπόταν να δει ούτε τον πατέρα της, ούτε τη μητέρα της. Αυτό προφανώς ήταν κάτι, που ούτε η Μαρία ήθελε, ούτε και οι γονείς της, αλλά όσο κι αν το ζήταγαν έπαιρναν σα δικαιολογία ότι είναι στα πλαίσια της θεραπείας και αυτό. Μετά, λοιπόν, από αυτές τις δεκαπέντε μέρες κατάφερε να συναντήσει τους γονείς της, αλλά με τους όρους της κλινικής. Η επίσκεψη θα κρατούσε μόνο μία ώρα με παρόντες τους γιατρούς. Δεν υπήρχε προσωπικός χώρος καθόλου. Αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση με τους γονείς της, υπό περιορισμό, και θα συνεχιζόντουσαν οι επισκέψεις σ’ αυτό το βαθμό για αρκετό διάστημα.

Μία φορά στις δεκαπέντε μέρες, για μία ώρα και όλο αυτό για τρεις ολόκληρους μήνες. Γι’ αυτό το χρονικό διάστημα, δεν βρέθηκαν καθόλου μόνοι τους σαν οικογένεια να μιλήσουν, να τους πει πώς νιώθει. Όλες οι επισκέψεις, που γίνονταν ήταν σε μορφή συνεδρίας και πάντα ελεγχόμενα από τους γιατρούς μέσα. Βέβαια, δεν είχαν πάντα καλή κατάληξη αυτες οι συναντήσεις. Ήταν σαν να έπαιζαν με το μυαλό της μέσα στην κλινική . Κάθε μέρα, που ζητούσε τους γονείς της, οι γιατροί της έλεγαν ότι δεν θέλουν να τη δουν, γι’αυτό και την άφησαν στην κλινική. Προσπαθούσαν να της περάσουν την ιδέα ότι ήθελαν να την ξεφορτωθούν, γιατί όπως ισχυρίζονταν ήταν βάρος για εκείνους. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν ίσχυε. Κάθε μέρα προσπαθούσαν να την δουν, κάθε μέρα τους περίμενε κι εκείνη. Όμως, όλο αυτό έκανε τη Μαρία πιο δύσπιστη και πιο επιθετική. Όσο κι αν προσπαθούσε να μην τους ακούει, ήταν πολύ δύσκολο να το διαχειριστεί όλο αυτό. Ουσιαστικά, δηλητηρίαζαν μια σχέση, που ήταν ήδη προβληματική. Αυτό είχε και ως αποτέλεσμα να καταλήγουν σε τσακωμό οι περισσότερες συνεδρίες.

Μάιος 2004. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες πολλών παραπόνων , για να αρχίσουν οι οικογενειακές έξοδοι. Από εδώ και στο εξής, η ανήλικη κοπέλα είχε την ευκαιρία να βλέπει τους γονείς της μια φορά την εβδομάδα. Μπορεί η επίσκεψη να κρατούσε μία ώρα, όμως οι συναντήσεις ήταν πιο συχνές και πλέον μπορούσαν να βγαίνουν όλοι μαζί έξω και να περνάνε χρόνο σαν πραγματική οικογένεια.

Δυστυχώς, όμως, τα προβλήματα δεν είχαν τελειωμό. Από την πρώτη μέρα, που μπήκε στην κλινική η Μαρία δεν προκαλούσε ούτε τσακωμούς, ούτε φασαρίες και γενικότερα δεν παραπονιόταν πολύ. Μόνο έκλαιγε που και που, γιατί της έλειπαν οι γονείς της. Οι γιατροί της χορηγούσαν φάρμακα, που την έκαναν να κοιμάται. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Χωρίς να έχει κάποιο πρόβλημα. Την περισσότερη ώρα κοιμόταν, γιατί τα συγκεκριμένα χάπια την έκαναν να βρίσκεται σε καταστολή και να νιώθει συνεχώς υπνηλία, γεγονός, που μπορεί να την εμπόδιζε να κάνει πολλά πράματα. Για παράδειγμα, κάθε Σάββατο βράδυ στην κλινική έβαζαν ταινίες και βλέπανε τα παιδιά. Η Μαρία, όμως, λόγω των φαρμάκων, που της έφερναν υπνηλία, συνήθως δεν είχε κουράγιο να δει την ταινία και πήγαινε στο δωμάτιό της για ύπνο.

Ένα από αυτά τα Σάββατα η Μαρία δεν είχε δυνάμεις να δει την ταινία με τα υπόλοιπα παιδιά. Γι’ αυτό σηκώθηκε, καληνύχτισε και πήγε στον κοιτώνα της. Στο απέναντι δωμάτιο από το δικό της έμενε ο Δημητράκης. Ήταν ένα παιδί, μικρότερο σε ηλικία από την Μαρία, περίπου 8 χρονών, και προερχόταν από μια επιφανή οικογένεια. Ο Δημητράκης είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο την ίδια περίοδο με την Μαρία, γιατί ήταν σεξομανής. Είχε πολλές ορμές, που δεν μπορούσε να τις ελέγξει, σε σημείο να έχει «ριχτεί» ακόμη και στην μητέρα του. Ανά περιόδους μίλαγε στην Μαρία, προσπαθούσε να την προσεγγίσει, αλλά εκείνη τον απέφευγε.

« Μια από αυτές τις μέρες, που ξεκίναγε η ταινία κι εγώ δεν μπορούσα να την παρακολουθήσω, και έφυγα να πάω στο κρεβάτι μου, ήρθε στις τουαλέτες αυτός και πήγε να με φιλήσει. Εν τω μεταξύ, εγώ δεν είχα φιλήσει κανέναν- ήμουν και 11 χρονών-, δεν ήξερα πώς είναι. Τρόμαξα. Τον απώθησα. Μια, δυο, τρεις αυτό έγινε για κάποιο χρονικό διάστημα. Μέσα σε βάθος κάποιων εβδομάδων, όταν πήγα να ξαπλώσω στο δωμάτιό μου, μπήκε κι εκείνος μέσα. Εγώ τον έσπρωξα και του είπα ότι δεν θέλω και να μην μ’ αγγίζει. Εκείνος θύμωσε και πήγε να με πνίξει, αλλά δεν σημείο, δηλαδή, που μετά από εβδομάδες, που έδειξα τα σημάδια στη μητέρα μου και στον πατέρα μου φαινόντουσαν ακόμα οι μελανιές. Λογικό, βέβαια, ήμουν πολύ αδύναμη τότε και όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να τον απωθήσω τελείως.».

Άρχισε να φωνάζει και ήρθαν και τους χώρισαν οι γιατροί, αλλά μέχρι εκεί ήταν η συμβολή τους. Τους άλλαξαν δωμάτια, για να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλον και τίποτα άλλο. Επειδή οι γονείς του παιδιού ήταν ευκατάστατοι, η κλινική προσπάθησε να «καλύψει» το θέμα χωρίς να μαθευτεί τίποτα και χωρίς να εκτεθεί ο Δημητράκης. Κανείς δεν ασχολήθηκε με το πώς θα ένιωθε η Μαρία μετά από όλο αυτό, αν είχε πληγωθεί, αν χρειαζόταν βοήθεια. Την εξέτασε ιατροδικαστής, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαιώνει την επίθεση και πιστοποιεί το γεγονός ότι της Μαρίας της είχε ασκηθεί βία. Ωστόσο, αυτό δεν τους εμπόδισε να κρύψουν το γεγονός προσπαθώντας να πείσουν τους πάντες ακόμα και την ίδια ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι και δεν ήταν τόσο δραματικά.

«Μετά από όλα αυτά ξεκίνησαν τα βασανιστήρια, κάτι πειράματα. Με ανάγκαζαν να κοιμάμαι με ανοιχτό το φως και με τα χέρια μου σε ανάταση, ενώ εγώ κοιμόμουν μπρούμυτα. Δεν με άφηναν ούτε το πρόσωπό μου να αγγίζω στον ύπνο μου. Ήταν πάντα ένας άνθρωπος με μια καρέκλα έξω από το δωμάτιό μου να με ελέγχει. Γενικά δεν πέρναγα καλά, αλλά προσπαθούσα . Δεν άφησα τον εαυτό μου να καταρρεύσει, γιατί καταλάβαινα ότι αυτό ήθελαν και είχα πεισμώσει πάρα πολύ. Μου βγήκε η άμυνα. Άρχισα να κριτικάρω τι μου έλεγαν.».

Αν και μικρή σε ηλικία, η Μαρία καταλάβαινε ότι της έκαναν πειράματα. Επίσης, καταλάβαινε ότι μόνη της δε θα μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό της. Γι’ αυτό το λόγο, περίμενε να έρθει η ώρα του επισκεπτηρίου και να δει τους γονείς της.

«Θεωρούσα ότι μόνο η μαμά μου μπορούσε να βοηθήσει. Ήταν μια ακραία περίπτωση και μόνο ένας ακραίος και δυναμικός άνθρωπος, όπως η μαμά μου, θα μπορούσε να το διαχειριστεί.». Βγήκαν όλοι οικογενειακά και τους είπε τα πάντα ότι γινόταν εκεί μέσα. Και έτσι ξεκίνησε ο δικαστικός αγώνας. Εκείνοι προσπάθησαν να κρύψουν το θέμα, αλλά ήταν αδύνατον με τόσα στοιχεία, που υπήρχαν.

«Το πώς βγήκα από την κλινική ήταν καθαρά θέμα εκβιασμού. Πήγαν οι γονείς μου να κάνουν μήνυση και ουσιαστικά τους έφεραν σε αδιέξοδο. Δεν τους έδιναν πολλές επιλογές. Ή θα με έπαιρναν πίσω στο σπίτι ή θα τους κυνήγαγαν δικαστικά και θα τα αποκάλυπταν όλα.». Κάπως έτσι έκλεισε αυτό κομμάτι για την Μαρία ή τουλάχιστον έκλεισε τυπικά. «Όχι δεν με βοήθησε καθόλου η κλινική. Αντιθέτως, μου έβγαλε πολλά περισσότερα προβλήματα.»

Αύγουστος 2004. Βγαίνοντας η Μαρία από την «Αγία Σοφία», ξεκίναγε η χρονιά της πρώτης γυμνασίου. Είχε αρχίσει να καλυτερεύει η υγεία της, καθώς είχε φτάσει τα 25 κιλά πλέον. Μπορούσε και περπάταγε. Με τον καιρό άρχισε να παίρνει κι άλλα κιλά. Τα φάρμακα, που της έδιναν σταμάτησαν την ανάπτυξή της. Δεν ψήλωσε πολύ παραπάνω, ούτε σχηματίστηκε το κορμί της περισσότερο. Λόγω των φαρμάκων, που της χορηγούνταν, η εμμηνόρροια του μικρού κοριτσιού καθυστέρησε δύο χρόνια. Παρ’ όλες, όμως, τις αντιξοότητες, μεγάλωσε και κατάφερε να ορθοποδήσει, αλλά πάντα ήταν μικροκαμωμένη και αδύνατη.

Η Μαρία στο σήμερα της είναι μια πολύ επιτυχημένη γυναίκα στην καριέρα της. Τελείωσε στα 4 χρόνια τη Νομική Σχολή και εργάζεται ως ασκούμενη δικηγόρος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Σε ηλικία μόλις 21 χρονών της ζητήθηκε να δημοσιεύσει στις νομικές εφημερίδες, «Ελληνική Δικαιοσύνη» και «Ποινική Δικαιοσύνη», δύο μελέτες της. Τώρα πια είναι 24 χρονών. Θεωρείται μία ολοκληρωμένη γυναίκα. Στη ζωή της πλέον υπάρχουν άλλα θέματα, άλλα προβλήματα, άλλες προτεραιότητες. Όλη αυτή η εμπειρία της κλινικής, όμως, την βοήθησε να ξεπεράσει την ασθένειά της ή της δημιούργησε κι άλλα πιο βαθιά προβλήματα; Μπόρεσε να τα αφήσει όλα πίσω της;

«Αν με βοήθησε η κλινική; Όχι, δεν με βοήθησε καθόλου. Πρώτα απ’ όλα, γιατί η μέθοδός τους δεν είχε την πρόθεση να με βοηθήσει και δεύτερον, γιατί το πρόβλημα ήταν η οικογένειά μου. Βασικά, αυτό το πρόβλημα ούτε τώρα έχει λυθεί, απλά στην κλινική δεν μου έδωσαν την ευκαιρία…τη δυνατότητα ούτε να το διαχειριστώ. Λογικά σ’ αυτό μπορεί να φταίμε όλοι. Δηλαδή και ο μπαμπάς και η μαμά μου και εγώ και εκείνες οι νοσοκόμες είχαμε μερίδιο ευθύνης. Οι συνεδρίες ήταν πολύ περιορισμένες. Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να πω αυτά, που νιώθω. Επειδή η μαμά μου είναι μια δυναμική προσωπικότητα, κάθε φορά, που πήγαινε κάποιος να μιλήσει παρενέβαινε. Ήταν, όμως, και λάθος των ειδικών και έπρεπε να το είχαν χειριστεί αλλιώς, αφού έβλεπαν ότι υπήρχε θέμα. Από την άλλη μεριά, είχε κι εγώ τα θέματα μου και δεν επικοινωνούσα με κανέναν σωστά και ήρεμα. Επίσης, μου είχαν δημιουργήσει μεγάλο θυμό και νεύρα απέναντί στους γονείς μου με το να προσπαθούν οι γιατροί να μου δημιουργήσουν την εντύπωση ότι δεν ήμουν θεμιτή σε κανέναν. Τελοσπάντων, βλέποντας το πρόβλημα- γιατί δεν το θεωρώ ασθένεια αυτό, που είχα- ήταν λάθος τελείως η διαχείρισή του. Πιστεύω ότι θα ήταν πιο ωφέλιμο αν είχαμε πάει σε μία κοινωνική λειτουργό. Ίσως μία κοινωνική λειτουργός, που θα οργάνωνε την οικογένεια να έλυνε αυτό το πρόβλημα. Φυσικά, δε θα ήταν αρκετό αυτό μόνο. Θα έπρεπε ταυτόχρονα να παρακολουθεί ένας ψυχολόγος τη μαμά μου κι ένας ψυχολόγος εμένα, που είχαμε το μεγάλο πρόβλημα, ή μάλλον κόντρα θα το έλεγα, για να βοηθήσουμε και το δικό μου εαυτό, που ήταν ακραίος και το δικό της,»

Περνώντας ο καιρός, η Μαρία ένιωθε καλύτερα. Άφησε πίσω το επιθετικό στοιχείο και όλη αυτή την ένταση, που της είχε δημιουργηθεί. Οι γονείς της, όταν εκείνη μπήκε αισίως στη Τρίτη τάξη του λυκείου χώρισαν. Δεν έμεναν πλέον όλοι μαζί. Όσο κι αν προσπάθησαν να παραμείνουν ενωμένοι δεν τα κατάφεραν. Τα θέματα, που είχαν- όχι μόνο σα ζευγάρι, αλλά και στη σχέση τους με τα παιδιά- δεν τελείωναν. Αντιθέτως, δημιουργούνταν κι άλλα. Τα επόμενα χρόνια της ζωής της, η Μαρία επέλεξε να ακολουθήσει τον πατέρα της και να μείνει μαζί του, Το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν πολύ ήρεμος και συγκαταβατικός σαν άνθρωπος της γινόταν κάθε μέρα παράδειγμα και τη βοηθούσε να κατευνάσει τα έντονα συναισθήματα και τις εκρήξεις, που πάθαινε. Ήταν, όμως, ουσιαστική αυτή η αλλαγή; Τελικά κατάφερε να λύσει τους γόρδιους δεσμούς, που είχε μέσα της;

«Τώρα πώς είμαι; Είμαι καλά. Εντάξει, όσον αφορά το φαΐ, όταν βλέπω λαίμαργους ανθρώπους να τρώνε χωρίς όριο, νιώθω αηδία και δεν θέλω ούτε να το βλέπω. Πάντα προσέχω πόσο τρώω και μου βγαίνει λίγη επιθετικότητα, αν κάποιος με πιέσει σ’ αυτό το θέμα. Γενικότερα, απλά το φαΐ δεν είναι προτεραιότητά μου. Νομίζω ότι έχω καταφέρει πολλά πράγματα στη ζωή μου, κυρίως στη δουλειά μου. Αν με ρώταγε κανείς σε ποιο κομμάτι μου νιώθω ότι έχω ελλείψεις είναι οι ερωτικές μου σχέσεις. Είμαι αρκετά καχύποπτη. Όμως, πέρα από αυτό, ακόμα κι αν ξεπεράσω την καχυποψία μου…δε ξέρω. Απλά οι ερωτικές μου σχέσεις είναι προβληματικές. Ούτε επικοινωνία υπάρχει, ούτε και διάρκεια. Αν μου έλεγε κανείς, όμως, τι θα ήταν αυτό, που θα ήθελα, περισσότερο από όλα, να κάνω στη ζωή μου, θα του έλεγα να κλείσω αυτή την κλινική. Για το μόνο, που λυπάμαι είναι, γιατί λειτουργεί ακόμα και μπορεί να υπάρχουν παιδιά, που βιώνουν ότι βίωσα εγώ» .