“Στα Μέσα του Δρόμου του” | في منتصف طريقه

Απó τον Mahmid Al Suleman
Μεταφρασμένο από: Ευγενία Στεφάνου

Το αγόρι ήταν μόνο του. Και ένιωθε μόνο του ακόμα και όταν ήταν με πολλά άτομα, όχι επειδή δεν είχε με ποιόν να είναι αλλά επειδή αποφάσισε να είναι μόνος του όταν ήταν 17, όταν όλα ξεκίνησαν. Πριν από αυτό πάντα έψαχνε για κάτι ξεχωριστό στην ζωή του.

Πάντα είχε αυτά το όνειρο να αφήσει τα πάντα πίσω του και να ξεκινήσει μία νέα συναρπαστική ζωή με διαφορετικούς κανόνες και διαφορετικά άτομα. Πέρασε πολύ χρόνο μέσα στο δωμάτιό του με τις ιστορίες του γιατί του άρεσαν: δεν ήταν φυσιολογικές αλλά φαντασμαγορικές χωρίς κανένα βλακώδες όριο. Αυτό σκεφτόταν: αυτή η ζωή ήταν περιορισμένη με βλακώδες κανόνες που προέρχονται από πολύ καιρό πριν. Είναι βαρετά και δεν το θέλει. Θα το αλλάξω, αυτό έλεγε πάντα. Θέλω να πάω κάπου αλλού.

Αλλά αφού όλα άλλαξαν και δεν έχει πια μία φυσιολογική ζωή, νόμιζε πως υπήρχε η πιθανότητα να αλλάξει την ζωή του σε εκείνο το μέρος όπου όλα ξεκίνησαν. Είναι από μία χώρα που υπάρχουν τόσα πολλά άτομα που ακόμα σκέφτονται όπως τον παλιό καιρό, οι άνθρωποι σκέφτονται όπως οι γονείς τους, όχι επειδή το θέλουν, αλλά επειδή έτσι πρέπει ή επειδή έχουν συνηθίσει τόσο σε αυτόν τον τρόπο σκέψης πού δεν μπορούν να αλλάξουν. Αλλά μετά από αυτό πίστεψε ότι κάτι θα άλλαζε.

Ήταν πεπεισμένος αρχικά ότι θα άλλαζαν όλα όσα θέλουν οι άνθρωποι να αλλάξουν. Γι’αυτό ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά όπως πάντα, η ζωή δεν θα είναι όπως το εύχεσαι. Οι άνθρωποι που ζήτησαν αλλαγές δεν γινόταν καλύτεροι και η χώρα του ήταν μεταξύ δύο κακών πλευρών. Μετά από μεγάλες ελπίδες κατάλαβε ότι δεν είχε σημασία ποιος θα νικούσε, ήταν το ίδιο.

Η ζωή του γινόταν χειρότερη, τίποτα δεν ήταν καλά πριν αλλά μετά τον πόλεμο ήταν τόσο άσχημα. Αποφάσισε να φύγει όπως πάντα επιθυμούσε. Σκέφτηκε, είναι διαφορετικός τρόπος να ξεφύγεις, αλλά δεν έχει σημασία πόσο άσχημος είναι αρκεί να πάρεις αυτό που πραγματικά θέλεις, αρκεί να την γλιτώσεις. Όλοι γύρω του ήταν αντίθετοι με αυτήν την ιδέα. Χωρίς δύναμη, χωρίς λεφτά, ένας νέος χρειάζεται πολύ χρόνο για να το κάνει. Τα κατάφερε αλλά μετά από αρκετό καιρό δεν μπορεί να εκφράσει πόσο άσχημο ήταν, κάθε φορά που προσπαθούσε να κάνει ένα βήμα έβρισκε τοίχους μπροστά στο πρόσωπό του που ήταν πολύ δύσκολοι.

Το αγόρι τα κατάφερε, έκανε το πρώτο βήμα μετά από πολύ χρόνο μόνο και μόνο για να βρει ένα δυσκολότερο βήμα επόμενο. Όπως κάθε φορά , βήμα βήμα , έφτασε κάπου αλλού μετά από κάπου αλλού. Έκανε και άλλα βήματα αλλά ακόμη και τώρα προσπαθεί να πάρει την ζωή του, αυτή τη ζωή που πάντα ήθελε γιατί πιστεύει ότι ακόμα δεν έχει ζωή κάποιες φορές και εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ σε αυτόν τον κόσμο αλλά αποφάσισε πολύ καιρό πριν να αποκτήσει νέα διαφορετική ζωή σε διαφορετικό μέρος όπου οι άνθρωποι προχωρούν με τον καιρό.

Δεν θέλει να τα παρατήσει. Έχει συνηθίσει τόσο πολύ στο να είναι τα πάντα άσχημα στην ζωή του που δεν νιώθει πλέον άσχημα γιατί το συνήθισε. Περίμενε. Δεν το νομίζω: πιστεύεις ότι μπορείς να συνηθίσεις τα άσχημα πράγματα; Νομίζω ότι απλά έχει την δυνατότητα να το κρύβει τώρα, το κρύβει κάπου που κανείς δεν μπορεί να το βρει. Είναι πολύ δύσκολο να βάλεις τον πόνο τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή σου, ναι ίσως τώρα να είναι όλα καλύτερα αλλά ακόμη δεν έχει ζωή. Είναι κάπου όπου η κατάσταση είναι καλύτερη, έχει κάτι να κάνει αλλά ακόμη δεν είναι ζωή, φοβάται να φύγει, ξέρει ότι δεν έχει ζωή αλλά τουλάχιστον περνάει ωραία, έχει καλούς ανθρώπους γύρω του και έχει κάτι να κάνει, αλλά δεν έχει σταθερότητα εδώ, δεν είναι σίγουρος αν αυτό το καλό πράγμα θα μείνει και δεν είναι σίγουρος αν μπορεί να μείνει καν εδώ. Να φύγω ή όχι; Φοβάται το άγνωστο, τι θα δω μετά το επόμενο βήμα ή μήπως χάσω ότι έχω εδώ; Υπάρχει πιθανότητα να φτάσω εκεί που θέλω, υπάρχει πιθανότητα να με δεχτούν; Είμαι σίγουρος για ένα πράγμα : δεν θα τα παρατήσει ποτέ, όχι επειδή είναι πολύ γενναίος, αλλά επειδή δεν έχω τίποτα να χάσω και γιαυτό δεν θα τα παρατήσω ποτέ, γιατί εάν το κάνω θα γυρίσω πίσω που δεν με περιμένει κανείς.