<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/" xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom" version="2.0" xmlns:cc="http://cyber.law.harvard.edu/rss/creativeCommonsRssModule.html">
    <channel>
        <title><![CDATA[Stories by Chaos Measured By Chaos on Medium]]></title>
        <description><![CDATA[Stories by Chaos Measured By Chaos on Medium]]></description>
        <link>https://medium.com/@nyktairodyteira?source=rss-153f7622688e------2</link>
        <image>
            <url>https://cdn-images-1.medium.com/fit/c/150/150/1*96aJhQI1HWjDwNm1KGna7w.jpeg</url>
            <title>Stories by Chaos Measured By Chaos on Medium</title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira?source=rss-153f7622688e------2</link>
        </image>
        <generator>Medium</generator>
        <lastBuildDate>Wed, 27 May 2026 23:55:15 GMT</lastBuildDate>
        <atom:link href="https://medium.com/@nyktairodyteira/feed" rel="self" type="application/rss+xml"/>
        <webMaster><![CDATA[yourfriends@medium.com]]></webMaster>
        <atom:link href="http://medium.superfeedr.com" rel="hub"/>
        <item>
            <title><![CDATA[Σάρα Κέιν, «Λαχταρώ» (Απόσπασμα)]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%AD%CE%B9%CE%BD-%CE%BB%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%8E-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1-b88790228012?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/b88790228012</guid>
            <category><![CDATA[monologue]]></category>
            <category><![CDATA[theatre]]></category>
            <category><![CDATA[literature]]></category>
            <category><![CDATA[poetry]]></category>
            <category><![CDATA[sarah-kane]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Mon, 09 Mar 2026 01:12:35 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2026-03-09T01:12:35.357Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*bu1aJLUylfRxGvijCkAtvg.jpeg" /><figcaption>Sarah Kane, «Crave»</figcaption></figure><p>Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.<br>Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,<br>Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,<br>Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,<br>Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,<br>Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,<br>Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,<br>Και να σου φιλάω τα πόδια σου,<br>Και να σου κρατάω το χέρι σου,<br>Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,<br>Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,<br>Και να γελάω με την παράνοια σου,<br>Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,<br>και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,<br>και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,<br>Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,<br>Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,<br>Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,<br>Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,<br>Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.<br>Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.<br>Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,<br>Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,<br>Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,<br>Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,<br>Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,</p><p>Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,<br>Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,<br>Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,<br>Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,<br>Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,<br>Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.<br>Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,<br>Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,<br>Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,<br>Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,<br>Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,<br>Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,<br>Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,<br>Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,<br>Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,<br>Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,<br>Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,<br>Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,<br>Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,<br>Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,<br>Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,<br>Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,<br>Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,</p><p>Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,<br>Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,<br>Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,<br>Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ” το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,<br>Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,<br>Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,<br>Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,<br>Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,<br>Και να θέλω ότι θέλεις,<br>Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,<br>Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,<br>Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο<br>Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω<br>Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,<br>Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,<br>Και να ξεχνάω ποιος είμαι,<br>Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,<br>Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο<br>Τον ακάθεκτο<br>Τον ακατάλυτο<br>Τον ακατάσβεστο<br>Τον μεταρσιωτικό<br>Τον ψυχαναληπτικό<br>Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,<br>ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=b88790228012" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Επιλογή από το βιβλίο Too Much of Life: Complete Chronicles της Clarice Lispector]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF-too-much-of-life-complete-chronicles-%CF%84%CE%B7%CF%82-clarice-lispector-6fbda68d8501?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/6fbda68d8501</guid>
            <category><![CDATA[clarice-lispector]]></category>
            <category><![CDATA[books]]></category>
            <category><![CDATA[literature]]></category>
            <category><![CDATA[translation]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Sun, 07 Sep 2025 23:01:22 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2025-09-07T23:01:22.342Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<h3>Επιλογή από το βιβλίο <em>Complete Chronicles </em>της Clarice Lispector</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*ndiY2quQOhgU-Ci8VIxz1Q.jpeg" /><figcaption>Clarice Lispector</figcaption></figure><p><strong>THE GIFT</strong><br>… Perhaps love is to give one’s own solitude to others? For it is the very last thing we have to offer.</p><p><strong>ΤΟ ΔΩΡΟ</strong><br>… Ίσως αγάπη είναι το να δίνει κανείς τη μοναξιά του στους άλλους. Γιατί είναι το τελευταίο πράγμα που έχουμε να προσφέρουμε.</p><p><strong>A CHALLENGE FOR THE PSYCHOANALYSTS</strong><br>I dreamed that a fish was taking its clothes off and remained naked.</p><p><strong>ΜΙΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΕΣ</strong><br>Ονειρεύτηκα ότι ένα ψάρι έβγαζε τα ρούχα του και έμεινε γυμνό.</p><p><strong>TO REMEMBER WHAT NEVER EXISTED</strong><br>To write often means remembering what never existed. So how can I know what has never existed? Like this: as if I were remembering. By an effort of memory, as if I had never been born. I was never born. I have never lived. But I remember, and remembering is like an open wound.</p><p><strong>ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ Ο,ΤΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ</strong></p><p><em>«Γιατί μπορώ έως και το ανύπαρκτο ακόμη να θυμάμαι»</em><strong><em>, Αλέξης Τραϊανός</em></strong></p><p>Το να γράφεις συχνά σημαίνει να θυμάσαι αυτό που δεν υπήρξε ποτέ. Πώς μπορώ λοιπόν να ξέρω ό,τι δεν υπήρξε ποτέ; Κάπως έτσι: σαν να θυμόμουν. Με μια προσπάθεια της μνήμης, σαν να μην είχα γεννηθεί ποτέ. Δεν γεννήθηκα ποτέ. Δεν έζησα ποτέ. Αλλά θυμάμαι, και η ανάμνηση είναι σαν μια ανοιχτή πληγή.</p><p><strong>TAKING WHAT WAS MINE</strong><br>I can recall that spring. I know I ate the pear and threw away half of it. I never feel compassion in the spring. Later we drank water at the fountain and I did not dry my lips. We walked defiantly in silence. As for the swimming-pool, I know that I stayed in the pool for hours. Look at the pool! That was how I saw the pool, contemplating it with tranquil eyes. Calmly taking without compassion what was mine.</p><p><strong>ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ</strong><br>Μπορώ να θυμηθώ εκείνη την άνοιξη. Ξέρω ότι έφαγα το αχλάδι και πέταξα το μισό. Δεν νιώθω ποτέ συμπόνια/οίκτο την άνοιξη. Αργότερα ήπιαμε νερό στην πηγή και δεν στέγνωσα τα χείλη μου. Περπατήσαμε με θάρρος σιωπηλοί. Όσο για την πισίνα, ξέρω ότι έμεινα εκεί για ώρες. Κοίτα την πισίνα! Έτσι είδα την πισίνα, περιεργάζοντάς την με ήρεμα μάτια. Παίρνοντας ήρεμα χωρίς οίκτο αυτό που ήταν δικό μου.</p><p><strong>SUNDAY</strong><br>Such perfume! It is Sunday morning. The terrace has been swept. So he switches on the radio. A late lunch gives one thoughts. He smiles, and gives those thoughts form. There is water on the table but no one is thirsty on a Sunday. And he begins sipping wine without much enthusiasm. At four o’clock they will hoist the flag on the pavilion. (But what he really fears are those tranquil Sunday evenings).</p><p><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ</strong><br>Τέτοιο άρωμα! Είναι Κυριακή πρωί. Η βεράντα έχει σκουπιστεί. Ανοίγει λοιπόν το ραδιόφωνο. Ένα αργοπορημένο μεσημεριανό γεύμα δίνει σε εκείνον σκέψεις. Χαμογελά και δίνει μορφή σ’ αυτές τις σκέψεις. Υπάρχει νερό στο τραπέζι αλλά κανείς δεν διψάει την Κυριακή. Και αρχίζει να πίνει κρασί χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Στις τέσσερις θα υψώσουν τη σημαία στο κιόσκι. (Αλλά αυτό που πραγματικά φοβάται είναι εκείνα τα ήρεμα δειλινά της Κυριακής).</p><p><strong>YOUR SECRET</strong><br>Poisoned flowers in a vase. Red, blue, pink, they carpet the air. How they transform a hospital ward. I have never seen such beautiful and dangerous flowers. So this is your secret. Your secret resembles you so closely that it tells me nothing beyond what I already know. And I know so little, as if I were your enigma. Just as you are mine.</p><p><strong>ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΟΥ</strong><br>Δηλητηριασμένα λουλούδια σε ένα βάζο. Κόκκινα, μπλε, ροζ, σκεπάζουν/καλύπτουν τον αέρα. Πώς μεταμορφώνουν έναν θάλαμο νοσοκομείου. Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα και επικίνδυνα λουλούδια. Αυτό είναι λοιπόν το μυστικό σου. Το μυστικό σου σού μοιάζει τόσο πολύ που δεν μου λέει τίποτα πέρα ​​από αυτό που ήδη γνωρίζω. Και ξέρω τόσο λίγα, σαν να ήμουν εγώ το αίνιγμά σου. Όπως εσύ είσαι δικός μου.</p><p><strong>REBELLION</strong><br>When they removed the stitches from my hand after they had operated between the fingers, I screamed with pain. I screamed with pain and anger because the pain was an insult to my physical integrity. But I was no fool. I took advantage of my pain and screamed at the past and present. I even screamed at the future, dear God.</p><p><strong>ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ</strong><br>Όταν μου αφαίρεσαν τα ράμματα από το χέρι αφού μου έκαναν επέμβαση ανάμεσα στα δάχτυλα, ούρλιαξα από τον πόνο. Ούρλιαξα από πόνο και θυμό γιατί ο πόνος ήταν προσβολή της σωματικής μου ακεραιότητας. Αλλά δεν ήμουν ανόητη. Εκμεταλλεύτηκα τον πόνο μου και ούρλιαξα στο παρελθόν και το παρόν. Ούρλιαξα ακόμη και στο μέλλον, αγαπητέ Θεέ.</p><p><strong>TIDE</strong><br>I have struggled all my life to cure this tendency to daydream, lest it should carry me into remote waters. But the effort of swimming against this gentle current takes away some of my vital strength. And if, in fighting off daydreams, I gain in terms of action, I inwardly lose something very precious which can never be replaced. But one of these days I shall have to go, without worrying where I might end up.</p><p><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ</strong><br>Αγωνίστηκα όλη μου τη ζωή για να θεραπεύσω αυτή την τάση για ονειροπόληση, μη τυχόν και με μεταφέρει σε απομακρυσμένα νερά. Αλλά η προσπάθεια να κολυμπήσω ενάντια σε αυτό το ήπιο ρεύμα αφαιρεί μέρος της ζωτικής μου δύναμης. Και αν, καταπολεμώντας τις ονειροπολήσεις, κερδίσω από την άποψη της δράσης, χάνω μέσα μου κάτι πολύ πολύτιμο που δεν μπορεί ποτέ να αντικατασταθεί. Αλλά μια από αυτές τις μέρες θα πρέπει να φύγω, χωρίς να ανησυχώ πού θα καταλήξω.</p><p><strong>REBELLION</strong><br>When love is too great it becomes futile: it can no longer be put to use and not even the person loved has the capacity for so much love. I became as bemused as any child when I realized that even in love we must be sensible and show restraint. Our emotional life, alas, is extremely bourgeois.</p><p><strong>ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ</strong><br>Όταν η αγάπη είναι πολύ μεγάλη γίνεται μάταιη: δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί και ούτε καν το αγαπημένο πρόσωπο δεν έχει την ικανότητα για τόση αγάπη. Έμεινα σαστισμένη, όπως κάθε παιδί, όταν συνειδητοποίησα ότι ακόμη και στην αγάπη πρέπει να είμαστε λογικοί και να δείχνουμε αυτοσυγκράτηση. Η συναισθηματική μας ζωή, δυστυχώς, είναι εξαιρετικά μεγαλοαστική.</p><p><strong>ANGUISHED PROTECTION</strong><br>She could not bear to look at her father when he was happy. For at such moments, this strong, embittered man would become entirely innocent. And so defenceless. Oh God, how he would forget he was mortal. And oblige her, a mere child, to cope with the heavy responsibility of knowing that even our most innocent animal pleasures die. At such moments when he forgot he was going to die, her father transformed her into the Pieta, the mother of man.</p><p><strong>ΑΓΩΝΙΩΔΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ</strong><br>Δεν άντεχε να κοιτάζει τον πατέρα της όταν ήταν χαρούμενος. Γιατί σε τέτοιες στιγμές, αυτός ο δυνατός, χολωμένος άνθρωπος θα γινόταν εντελώς αθώος. Και τόσο ανυπεράσπιστος. Ω Θεέ, πώς θα ξεχνούσε ότι ήταν θνητός. Και θα την υποχρέωνε, ένα απλό παιδί, να αντεπεξέλθει στη βαριά ευθύνη του να γνωρίζει ότι ακόμη και οι πιο αθώες ζωικές απολαύσεις μας πεθαίνουν. Σε τέτοιες στιγμές που ξέχασε ότι επρόκειτο να πεθάνει, ο πατέρας της τη μεταμόρφωσε σε Πιέτα, μητέρα του ανθρώπου.</p><p>Επιλεγμένα κείμενα από το βιβλίο <em>Too Much of Life: Complete Chronicles</em> της Clarice Lispector. Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά: Ανδριάνα Αγγέλου.</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=6fbda68d8501" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Τα μνήμης και λήθης]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BB%CE%AE%CE%B8%CE%B7%CF%82-b91ad0b8546b?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/b91ad0b8546b</guid>
            <category><![CDATA[literature]]></category>
            <category><![CDATA[poetry]]></category>
            <category><![CDATA[poem]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 21 Jan 2025 00:58:16 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2025-01-21T00:58:16.506Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<p><em>του Νάσου Δετζώρτζη [1911–2003]</em></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/736/1*CxEbbz8LG1TRCNXHIyJy_w.jpeg" /><figcaption>Doors by Konstantin Korobov</figcaption></figure><p><em>Θυμόμουν χτες τα ποιήματά σου</em></p><p><em>και τα αναζήτησα.</em></p><p><em>Θυμόμουν μάλλον εκείνο το στίχο</em></p><p><em>σου.</em></p><p><em>Και αναζητώντας τα, σε αποζήτησα.</em></p><p><em>Μα τα έντυπα χαρτιά είναι κυκεώνας</em></p><p><em>(άσε τα χειρόγραφα!).</em></p><p><em>Και δε θυμάμαι πώς ήτανε απ’ έξω το βιβλίο σου.</em></p><p><em>Ούτε το όνομά σου.</em></p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=b91ad0b8546b" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Ιώ της απουσίας]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CE%B9%CF%8E-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1-8f6d0d66cafb?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/8f6d0d66cafb</guid>
            <category><![CDATA[greek-poetry]]></category>
            <category><![CDATA[poem]]></category>
            <category><![CDATA[poetry]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Fri, 17 Jan 2025 01:28:19 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2026-03-09T00:49:04.117Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>του Νάσου Δετζώρτζη [1911-2003]</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*Yg0gnoTCIxvy1fuIuAM9KQ.jpeg" /><figcaption>Jeanne Mammen - Man and Medusa (1914)</figcaption></figure><p>ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ, το ξέρεις;<br>Μου λείπουνε τα μάτια σου.<br>Μου λείπει η γραμμή των χειλιών σου,<br>η πολυφράδειά τους,<br>ο σηρικός τους ο πολφός,<br>το λαίμαργο φιλί τους.<br>Μου λείπει το μέτωπό σου μ’ εκείνα τα άταχτα μαλλιά,<br>η γλυκύτατη, αυστηρή και παιδιάτικη μαζί,<br>σφιχτοπερίπλοκη απόληξή τους,<br>ο λαιμός σου, να παραμερίζω τους πλοκαμούς σου,<br>να προσμένει τα χείλη μου, και να τον περπατούν,<br>ο διακαμός σου που στοιχειώνει το σπίτι μου,<br>το πώς το κατοικείς,<br>το φέγγος σου που το ιλαρώνει.<br>Μου λείπει η έγνια μου για σε,<br>μου λείπει η ευτυχία της,<br>μου λείπεις το ανθηρότατο<br>- το φθινοπωρινό, χειμέριο μάλλον, φευ, -<br>γλυκύτατό μου έαρ.<br>Μου λείπουν λεξιλάγνες οι στιχομυθίες μας,<br>σχολαστικές οι αντιβολές των αποχρώσεων,<br>εκρηκτικές σχεδόν οι αντιπαραθέσεις μας,<br>όλβιες οι αντιστοιχίες της ευφροσύνης μας<br>όταν αλλότρια ρήματα ξυπνάνε αντιστικτικά<br>ατομικούς μας συνειρμούς<br>και μας μεθάνε.<br>Μου λείπει το μινύρισμα σου όταν βρίσκεσαι καλά<br>σε μια μασχάλη, μια αγκαλιά, μια ζεστασιά, μια ραστώνη.<br>Μου λείπει αυτό που, αιφνιδίως ανθρώσκον,<br>προαγγέλει τη φλόγα<br>που ξαφνικά θα λαμπαδιάσει,<br>προδίδει το αίμα που υποδόρια θησαυρίζει<br>και ολομεμίας θα μιλήσει,<br>ιχνεύει τους άλλους μας εαυτούς<br>που αμάχητα πεινούν.<br>Μου λείπουν, καθώς βγαίνουν στο μπαλκόνι,<br>οι Ιουλιέττες σου,<br>μου λείπεις η Αναδυόμενη<br>και η αισχυντηλή χειροθεσία της,<br>μου λείπεις, ξωτικό και λαμπηδόνα, να τρεχαλίζεις<br>στο διάδρομο αχίτων.<br>Μου λείπει εγώ να ετοιμάζομαι για σε,<br>εσύ ολόσωμη να αυγάζεις,<br>εγώ να σου αφήνομαι δοτός,<br>εσύ και να σε περιτρέχω<br>Μου λείπει το ιλαρόν φως να μας φωτίζει και τους δυο,<br>το αιδήμον σκότος ως εχεμυθεύει<br>το ξεκλείδωμά σου, την αυτάφεση,<br>το grand écart σου.<br>Κι ως χάνομαι μες στην επίκλησή σου «Μίλα μου!»<br>στο θρο των ονομάτων μας χείλη με χείλη,<br>μου λείπει<br>ο τιναγμός σου αψιά ως αψιδώνεσαι,<br>το βογκητό σου όταν,<br>η κραυγή σου όταν.</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=8f6d0d66cafb" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Emile Cioran: Η Επιστροφή Στο Χάος]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/emile-cioran-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%87%CE%AC%CE%BF%CF%82-4be85320f1bf?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/4be85320f1bf</guid>
            <category><![CDATA[emil-cioran]]></category>
            <category><![CDATA[max-ernst]]></category>
            <category><![CDATA[philosophy]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Wed, 30 Oct 2024 01:15:33 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-30T01:15:33.760Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/539/1*A7yxqYRpRZ0UmdIhlRsotQ.jpeg" /><figcaption>Max Ernst, And the Butterflies Began to Sing</figcaption></figure><p><em>BECAUSE <br>Το χάος μετριέται μόνο με χάος.<br></em><a href="https://lyricstranslate.com/en/because-because.html-11"><strong><em>-Αλέξης Τραϊανός, «Βecause»</em></strong></a></p><p>Ας επιστρέψουμε στο πρωταρχικό χάος! Ας φανταστούμε την αρχέγονη βοή, την αρχική δίνη! Ας ριχτούμε στον ανεμοστρόβιλο που έχει προηγηθεί της δημιουργίας της μορφής. Να τρέμει το είναι μας από κόπο και παράνοια στην πύρινη άβυσσο! Ας αφήσουμε τα πάντα να εξαλειφθούν, ούτως ώστε, περικυκλωμένοι από σύγχυση και έλλειψη ισορροπίας, να συμμετάσχουμε πλήρως στο γενικό παραλήρημα, επαναλαμβάνοντας την διαδρομή από τον κόσμο στο χάος, από την μορφή στην περιστρεφόμενη δίνη. Η αποσύνθεση του κόσμου είναι η αντεστραμμένη δημιουργία: μια ανάποδη αποκάλυψη αλλά προερχόμενη από παρόμοιες ενορμήσεις. Κανείς δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο χάος χωρίς να έχει προηγουμένως βιώσει έναν αποκαλυπτικό ίλιγγο. Πόσο μεγάλος είναι ο τρόμος κι η χαρά μου στην σκέψη ότι θα παρασυρθώ στη δίνη του αρχέγονου χάους, αυτό το πανδαιμόνιο της παράδοξης συμμετρίας - η μοναδική γεωμετρία του χάους, χωρίς αίσθηση ή μορφή! Σε κάθε ανεμοστρόβιλο κρύβεται μια δυνατότητα για μορφή, όπως στο χάος υπάρχει ένας δυνητικός κόσμος. Επιτρέψτε μου να κατέχω έναν άπειρο αριθμό απραγματοποίητων, δυνητικών μορφών! Αφήστε τα πάντα να δονούνται μέσα μου με την καθολική αγωνία της αρχής, μόλις ξυπνάω από την ανυπαρξία!</p><p><em>Μπορώ να ζήσω μονάχα στην αρχή ή στο τέλος αυτού του κόσμου.</em></p><p><em>Emile Cioran, The Return to Chaos, στο On The Heights of Despair</em></p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=4be85320f1bf" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Μυθολογία & Ποίηση: Όταν ο μύθος συναντά την ποιητική τέχνη]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BF-%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%B7-9276ef390461?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/9276ef390461</guid>
            <category><![CDATA[orpheus-and-eurydice]]></category>
            <category><![CDATA[literature]]></category>
            <category><![CDATA[anthology]]></category>
            <category><![CDATA[mythology]]></category>
            <category><![CDATA[poetry]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 29 Oct 2024 23:08:39 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-29T23:08:39.554Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*NSre3usNfZb24Z1Gjs8eqQ.jpeg" /><figcaption>Venus and Cupid c. 1560 - Lambert Sustris</figcaption></figure><p>Μύθος και λογοτεχνία: μία σχέση τροφοδοτούμενη και άφθαρτη μες στη ροή του χρόνου. Ο μύθος, συστατικό στοιχείο της υψηλής λογοτεχνίας, αποτελεί διαχρονικά έναν ανεξάντλητο αιμοδότη θεμάτων τόσο για την πεζογραφία όσο και για την ποίηση. Η αρχαία ελληνική μυθολογία -μα και άλλες όπως η σκανδιναβική, η ινδική, η κινέζικη- αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί μέχρι τις μέρες μας, μαζί με τα ομηρικά έπη, μία άχρονη πηγή έμπνευσης για σημαίνουσες μορφές της ελληνικής και της ξένης λογοτεχνίας· μία φιλοσοφική σκευή νοημάτων που μένουν πάντα επίκαιρα και σύγχρονα. Πληθώρα συγγραφέων, ποιητών και εν γένει καλλιτεχνών εμπνεύστηκαν και εμπνέονται ακόμα από την αρχαιοελληνική μυθολογία με αξιομνημόνευτα παραδείγματα την Αντιγόνη του Σοφοκλή, του Ζαν Ανούιγ και του Βιτόριο Αλφιέρι, την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη και του Ντέρεκ Γουόλκοτ, τον Οδυσσέα του Τζαίημς Τζόυς και τον Προμηθέα του Αισχύλου, της Μαίρης Γούλστονκραφτ Σέλλεϋ, του Πέρσυ Βυς Σέλλεϋ και του Αντρέ Ζίντ. Σπουδαία ονόματα της ελληνικής ποίησης όπως ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Σαχτούρης μα και πλήθος ελάσσονων ποιητών μας χάρισαν κομψοτεχνήματα του λόγου αντλώντας από τον αρχαίο ελληνικό μύθο. Αντιστοίχως, μεγάλα ονόματα του αγγλικού ρομαντισμού (κατά τον 18ο και 19ο αιώνα), όπως ο Σέλλεϋ, ο Κητς, ο Μπάυρον, ο Μπλέικ, ο Ουόρντσγουορθ και ο Κόλεριτζ, φιλοτέχνησαν την ποίησή τους εμπνεόμενοι από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Στην παρούσα ανθολογία έχουν επιλεχθεί ποιήματα, Ελλήνων και ξένων ποιητών και ποιητριών, που ως πηγή έμπνευσης έχουν τα μυθικά πρόσωπα της Κίρκης, της Ευρυδίκης και του Ορφέα.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/762/1*apBBoNkekrpWuOWQUHm3Zg.jpeg" /><figcaption>Circe Offering the Cup to Ulysses (1891), John William Waterhouse</figcaption></figure><p><em>Ήταν στο δώμα. Κάτω η θάλασσα κοιμότανε,<br>λευκή στο φεγγαρόφωτο και στους ατμούς,<br>μια νιότη όπως ο θάνατος αιώνια.<br>Εκεί, με τα μεγάλα μάτια της κλειστά<br>πεισματικά, θαρρείς για να κρατήσει<br>φυλακισμένο το όνειρο,<br>η Κίρκη με περίμενε. Κορμί ντυμένο<br>μόνο με την αρμύρα τού νερού,<br>τής γης την άχνη, τού καιρού το ρίγος,<br>παιδική σάρκα σφριγηλή, αφημένη στο άγνωστο.<br>Το πόσο περπατήσαμε ο ένας τού άλλου<br>τη μοναξιά, διαβαίνει η πίκρα και το παίρνει.<br>Κι ο Έρωτας έχει πάντα ένα σκυμμένο πρόσωπο<br>όταν κοιτάει στη χώρα τής ανάμνησης,<br>ψάχνοντας για μια κίνηση, για μια γραμμή,<br>για έναν ίσκιο πνιγμένο, για ένα θρόισμα,<br>ζώντας ξανά το μυστικό κύμα, ανεβαίνοντας<br>την ερημιά.<br> <br>Μα ωστόσο, η Κίρκη<br>ήταν εκεί, ταξιδεμένη απ᾿ τις αγρύπνιες μου<br>χρόνια και χρόνια, ήταν εκεί και με περίμενε,<br>παιδική σάρκα, οδυνηρά μεγαλωμένη<br>στου αγνώστου το καρτέρεμα.<br> <br>Σκύβοντας, ήπια,<br>πρώτα νερό απ᾿ τα χείλη της. Το καλοκαίρι<br>τραγουδούσε βαθιά μέσα στις φλέβες<br>το κομμένο τραγούδι του. Περιπλανήθηκα<br>ώρα πολλή στη σκοτεινή της γη, κοιτώντας<br>παράφορα τα κλεισμένα ματόφυλλα, κρούοντας τις πύλες<br>τού μέσα κόσμου της, μιλώντας<br>τα λόγια πού είναι σαν φτερά.<br> <br>Μα η Κίρκη,<br>με το κορμί αφημένο στην πρωτόγνωρη αίσθηση,<br>με την πηγή της ανοιχτή στη βαριά δίψα μου,<br>κρατούσε πάντα στα θαυμάσια βύθη κάποιον ουρανό<br>φυλακισμένο, κι ένα φως πού τρέμιζε άχραντο<br>στα απροσπέλαστα δάση. Μοναχή σαν να ταξίδευε<br>με το ζεστό πουλί τής αναπνιάς, ξένη κι ολόδική μου.<br> <br>Είναι μακριά<br>τώρα το καλοκαιρινό νησί, ή χαρά πού πέτρωσε,<br>είναι μακριά και το κορμί τής Κίρκης, η γιορτή<br>τού πάθους πάνω από τη θάλασσα, κοντά<br>στην αιώνια νιότη.<br>Και στις μεγάλες κάμαρες γυρίζουν<br>τώρα τα μάτια της ολάνοιχτα, ξεκομμένα απ᾿ το σώμα.<br>Ανάβουνε μικρές φωτιές μέσα στα χέρια μου,<br>παίζουνε πίσω απ᾿ τα παραπετάσματα,<br>τυραννούνε τις νύχτες μου, απρόσιτα άστρα.<br>Ανατέλλουν στη ρέμβη μου, βασιλεύουν στα δάκρυά μου,<br>μοίρα από φως και σκοτάδι, πικρή κι ανεξήγητη,<br>σαν τη μοίρα τής ποίησης,<br>πού αγρυπνάει<br>στην ψυχή μου.<br></em><strong><em>Γιώργος Γεραλής, «Τα μάτια της Κίρκης», Από τη συλλογή &quot;Τα μάτια τής Κίρκης&quot; (1963)</em></strong></p><p><em>Άκουσα κάποια κίνηση μέσα στη σκέψη της,<br>στην αρχή ξαφνική, σα ν’ αφυπνίστηκε,<br>απορημένη, σ’ έναν κόσμο αιωνιότητας,<br>(ή, πιο απλά, σα να δοκίμαζε καινούριο φόρεμα).<br> <br>Μου εφάνη ακόμα, σάμπως ν’ άκουσα το φως<br>να ρέει από τα μάτια της σε χοντρά δάκρυα.<br>Έπειτα, θα ’νιωσε πως όλα ήταν ωραία,<br>κι ο ίσκιος που εχάθη, και το πρόσωπο που κέρδισε,<br>σφραγισμένο από τη λήθη. Έτσι, απόμεινε να συλλογιέται<br>τον ουρανό, που ερχότανε σαν βεβαιότητα.<br> <br>Γυρνώντας,<br>είδα την Κίρκη, ξαπλωμένη πάνω στα νερά<br>της μουσικής, σε μάκρος μιας ελπίδας, να μου γνέφει<br>μ’ ένα κλωνάρι ανάνθιστο. Έπαιζε ακόμα.<br>Θυμούμαι πως της χαμογέλασα, μα ήταν, σαν πάντα,<br>ένα χαμόγελο στην άβυσσο. Έκλεισα τα μάτια<br>και τότε πέρασε κοντά μου σα μια δέσμη χρώματα,<br>ενώ το βλέμμα της ταξίδευε από άστρο σε άστρο,<br>ζητώντας ίσως μια πατρίδα ανεξερεύνητη,<br>μια ποίηση χωρίς αγάπη.<br></em><strong><em>Γιώργος Γεραλής, «Η Κίρκη στο άλλο φως», Αίθουσα αναμονής (1957)</em></strong></p><p><em>Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα <br>ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα <br>μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού <br>σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.</em></p><p><em>Γύρευα τότε να ξεφύγω <br>μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου <br>νύχτες που μελετούσα το κενό <br>πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.</em></p><p><em>Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου <br>ματόκλαδα και χείλια που τα ’σκιζε ο πόθος μου <br>κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα <br>λίγος καπνός από μακριά <br>λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί. <br>Και το καράβι μου στον κήπο της <br>δεμένο κι άγρυπνο σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί <br>μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν <br>ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.<br></em><strong><em>Γιώργης Παυλόπουλος, «Στης Κίρκης», Από τη συλλογή «Το κατώγι», εκδ. Ερμής 1971. Συγκεντρωτικός τόμος «Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα 1943-2008», εκδ. Κίχλη, 2017</em></strong></p><p><em>Ο πόλεμος της Τροίας τελείωσε προσφέροντας στους τρώες<br>ο πολύτροπος το δούρειο τζουκ-μποξ.<br>Βαδίζω έξω από κέντρα που παίζει δυνατά το μπουζούκι<br>ενώ υψώνονται γύρω μου τα καταστήματα καταποντισμένων<br>ανθρώπων.<br>Δίπλα στο πρακτορείο του προπό και το σουβλατζίδικο<br>το κομμωτήριο ένας βυθός με γυναίκες ασάλευτες.<br>Εργάτες αυτή τη στιγμή στήνουν χορό πάνω σε<br>κρανία τρώων πολεμιστών<br>και μια ανήλικη πόρνη γνέφοντας κι ακτινοβολώντας<br>με μoβ φουστάνι πέτσινες μπότες λιγνά δάχτυλα<br>φουντωμένα μαλλιά και σέξι φωνή<br>να λικνίζεται στις 45 στροφές του δίσκου<br>και τα μάτια της έχοντας τη λάμψη των ματιών<br>της Κίρκης.<br>Ραψωδοί σε φωτισμένα σανίδια στο απέναντι<br>καμπαρέ όπου στριπτιζέζες της πεντάρας<br>και μισοφάλακροι νεόπλουτοι<br>διασκεδάζουν με την ορχήστρα<br>ωραίων νεκρών.<br></em><strong><em>Λευτέρης Πούλιος, «Λεηλατημένη μέρα», Από τη συλλογή «Το αλληγορικό σχολείο», εκδ. Κέδρος, 1978. Συγκεντρωτικός τόμος «Λευτέρης Πούλιος, Ποιήματα, Επιλογή 1969-1978», εκδ. Κέδρος, 2001</em></strong></p><p><em>Σκέφτηκε πως καλό ήταν να ’βγαιν’ έξω· άνοιξε λοιπόν το ψυγείο<br>ξεκρέμασε τις σάρκες της, τις φόρεσε<br>κοιτάχτηκε λιγάκι στο φεγγάρι<br>που ήταν κρεμασμένο εκεί στο έβγα της σπηλιάς<br>και κατηφόρισε.<br>— Πού πάει;<br>— Έρχεται να σας ρίξει βελανίδια σύντροφοι!<br></em><strong><em>Γιάννης Υφαντής, «Η Κίρκη», Από τη συλλογή «Μανθρασπέντα», εκδ. Δελφίνι, 1977. Συγκεντρωτικός τόμος «Γιάννης Υφαντής, Οι μεταμορφώσεις του Μηδενός», εκδόσεις ΑΧ, 2009</em></strong></p><p><em>Πλανιόμουν απροσδιόριστη μές στην Οδύσσεια.<br>Νά παντρευτείς τόν Κύκλωπα, μου λέγαν όλοι.<br>Ν&#39; αυξήσετε τό γένος των Κυκλώπων, νά κάνετε μονόφθαλμα παιδιά. Νά χτίσετε τριγύρω στή σπηλιά σας Κυκλώπεια τείχη. Μά εγώ φοβόμουν τό σακατιλίκι καί την κλεισούρα. Ας ξετυλίγεται χωρίς εμένα αυτή η Οδύσσεια, όπου δέ γίνεται νά είμ&#39; η Κίρκη, νά είμ&#39; η Καλυψώ κι η Ναυσικά.<br></em><strong><em>Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, «Οδύσσεια», Από την συλλογή πεζοποιημάτων, Του λιναριού τα πάθη - Ο μέγας μυρμηγκοφάγος, εκδόσεις Άγρα</em></strong></p><p><em>Κανείς δεν είχε ψυχή πιο δοτική από μένα<br>Κι αν ήμουν απρόσιτη δεν ήταν δική μου<br> μόνο ευθύνη<br>Μία αόρατη δύναμη με έκανε απωθητική<br>Ο πατέρας μου ήταν άγριος σαν τον ήλιο<br> του θέρους</em></p><p><em>Αγαπούσα το φεγγάρι και τ&#39; άστρα της νύχτας<br> στον ουρανό<br>Κι αν ερχόταν ένα πλοίο στα μέρη τα δικά μας <br>Περίμενα να πέσει το σούρουπο για να εμφανιστώ<br>Αν υπήρχαν σύννεφα, τότε ήταν ακόμα καλύτερα<br>Μέσα στο κάλυμμα του σκοταδιού φαινόμουνα<br> πιο ωραία<br>Μα το πρωί δεν έβρισκα κάποιον να ξυπνάει<br> μαζί μου</em></p><p><em>Επινόησα λοιπόν ένα φάρμακο για να κρατήσω <br> αυτόν,<br>Που φαινότανε τόσο μόνος, για πάντα κοντά μου·<br>Επί ένα έτος, που ήταν θεσπέσιο, τα κατάφερα<br>Ώσπου ένα πρωί με τα φτερά του ύπνου ακόμα<br> στα βλέφαρά μας<br>Θα φύγω, μου είπε, νοστάλγησα πολύ<br> τους δικούς μου·<br>Άπλωσα όσο γινόταν τις στιγμές να γίνουνε <br> ώρες και μέρες<br>Διπλές, τριπλές, πολλαπλάσιες, μα κι αυτές <br> πέρασαν γρήγορα<br>Και να, τώρα βρίσκομαι στην ακτή πάλι μονάχη<br>Καθώς τον βλέπω να ξεμακραίνει βιαστικά</em></p><p><em>Αυτή είναι μοίρα μου, σκέφτομαι,<br>Γι&#39; αυτό στη γλώσσα τους με ονομάζουνε «Κίρκη»<br>Που σημαίνει, όπως έμαθα, «εκείνη που μένει <br> πάντοτε μόνη». <br></em><strong><em>Αντώνης Μακρυδημήτρης, «Κίρκη», Μυθοτοπία (2023), εκδ. Κουκκίδα</em></strong></p><p><em>&quot;...and time unfeelingly passes...&quot;</em></p><p><em>Forgive me if they&#39;re only a herd of pigs.<br>I herd them from trough to pen.<br>But if you&#39;re sad, they&#39;ll sit like mute actors<br>Around the festive table...<br>And the goblet&#39;s former song, and the drenched black-and-whites<br>Will muddy the hexametric order,<br>And eyes brimming with laughter will raise my antique statue...<br>...But, once the flames go out, the three-legged pot will quiet.<br>Curses will die.<br>The same hands will throw out the poisoned pot.<br>And Circle will obey the most astonished...<br>And you... You will sleepwalk to the calling light,<br>The feast.<br>I will not force you to stay. Sail away,<br>If you&#39;re afraid of enraging fate, cutting the plot&#39;s red thread...<br>I give you wine-sacks for your journey.<br>I offer my wisdom, my gentleness.<br>A flying ship will carry you near the untraceable cliffs<br>Of non-existent Ithaca.<br>O if only you couldn&#39;t see how my large knowing eyes<br>Shine with sorrow,<br>Unseen I&#39;ll part with you.<br>I was hospitable. I kept my word.<br>Strange one, renouncing me.<br>You are mine alone...<br>I love you, Odysseus.<br></em><strong><em>Judita Vaiciunaite, «Circe»</em></strong></p><p><em>It was easy enough<br>to bend them to my wish,<br>it was easy enough<br>to alter them with a touch,<br>but you<br>adrift on the great sea,<br>how shall I call you back?</em></p><p><em>Cedar and white ash,<br>rock-cedar and sand plants<br>and tamarisk<br>red cedar and white cedar<br>and black cedar from the inmost forest,<br>fragrance upon fragrance<br>and all of my sea-magic is for nought.</em></p><p><em>It was easy enough —<br>a thought called them<br>from the sharp edges of the earth;<br>they prayed for a touch,<br>they cried for the sight of my face,<br>they entreated me<br>till in pity<br>I turned each to his own self.</em></p><p><em>Panther and panther,<br>then a black leopard<br>follows close —<br>black panther and red<br>and a great hound,<br>a god-like beast,<br>cut the sand in a clear ring<br>and shut me from the earth,<br>and cover the sea sound<br>with their throats,<br>and the sea-roar with their own barks<br>and bellowing and snarls,<br>and the sea-stars<br>and the swirl of the sand,<br>and the rock-tamarisk<br>and the wind resonance —<br>but not your voice.</em></p><p><em>It is easy enough to call men<br>from the edges of the earth.<br>It is easy enough to summon them to my feet<br>with a thought —<br>it is beautiful to see the tall panther<br>and the sleek deer-hounds<br>circle in the dark.</em></p><p><em>It is easy enough<br>to make cedar and white ash fumes<br>into palaces<br>and to cover the sea-caves<br>with ivory and onyx.</em></p><p><em>But I would give up<br>rock-fringes of coral<br>and the inmost chamber<br>of my island palace<br>and my own gifts<br>and the whole region<br>of my power and magic<br>for your glance.<br></em><strong><em>Hilda &quot;H.D.&quot; Doolittle, «Circe»</em></strong></p><p><em>I never turned anyone into a pig.<br>Some people are pigs; I make them<br>Look like pigs.</em></p><p><em>I&#39;m sick of your world<br>That lets the outside disguise the inside. Your men weren&#39;t bad men;<br>Undisciplined life<br>Did that to them. As pigs,</em></p><p><em>Under the care of<br>Me and my ladies, they<br>Sweetened right up.</em></p><p><em>Then I reversed the spell, showing you my goodness<br>As well as my power. I saw</em></p><p><em>We could be happy here,<br>As men and women are<br>When their needs are simple. In the same breath,</em></p><p><em>I foresaw your departure,<br>Your men with my help braving<br>The crying and pounding sea. You think</em></p><p><em>A few tears upset me? My friend,<br>Every sorceress is<br>A pragmatist at heart; nobody sees essence who can&#39;t<br>Face limitation. If I wanted only to hold you</em></p><p><em>I could hold you prisoner.<br></em><strong><em>Louise Gluck, «Circe&#39;s Power»</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*JB7o-wCuE1iFxcewz3nJig.jpeg" /><figcaption>Edward Poynter - Orpheus and Eurydice (1862)</figcaption></figure><p><em>Είδα την Ευρυδίκη στην επιστροφή της,<br>μ’ ένα κλωνάρι φως στο χέρι, να κατηφορίζει,<br>σκυφτή, τα σκιερά μονοπάτια,<br>με τα μαλλιά της μοιρασμένα ακόμη<br>στους ανέμους της ζωής και του θανάτου.<br>Κι όσο ζύγωνε, γέμιζεν η δείλη<br>κελαρυσμούς, σα να ’τανε ο χιτώνας,<br>που διπλωνότανε στο ανάερο γόνυ,<br>μια λύρα, ή σαν η κόμη της να ηχούσε<br>ήχους φιλιών μέσα στην έρημη ώρα.<br>Πώς εδιάβηκε πλάι μου δε θυμούμαι,<br>γιατί καθώς εσήκωνε το βλέμμα<br>στρέφοντας ελαφρά την όψη προς εμένα,<br>δεν τραγουδούσε μοναχά ο χιτώνας,<br>μόνο το χέρι δε φεγγοβολούσε,<br>μα ήτανε φως και μουσική όλη η πλάση,<br>που είχε χωρέσει στα βαθιά της μάτια,<br>τόσο θαμπωτική, που τα δικά μου<br>αθέλητα εχαμήλωσα.</em></p><p><em>Έτσι ήταν τότε.<br>Ένα σχήμα θαμπό, που ξεμακραίνει,<br>το στυφό κατεβαίνοντας ακρογιάλι.<br>Εκεί τη ζώσανε οι κουφοί, μελανοί βράχοι<br>κι όπως μπήκε στο σύνορο, τ’ άσπρα πουλιά,<br>κινώντας απ’ τις τέσσερις άκρες του αγέρα,<br>σμίξανε πάνω απ’ τη λιγνή σκιά της<br>και παίρνοντάς την στα πλατιά φτερά, χυθήκανε,<br>βέλος γοργό, απ’ την άκρη της ελπίδας<br>ώς την αρχή τού τίποτα τη σκοτεινή.<br>Κι όλη τη νύχτα ο Άδης τραγουδούσε.</em></p><p><em>Όλη τη νύχτα η σιωπηλή χώρα ετραγούδα<br>κι ένα φως απαλότερο απ’ τη λύπη<br>χάραζε πάνω απ’ τα γρανίτινα όρη.<br>Όλη τη νύχτα ξαγρυπνήσαμε κοιτώντας πέρα<br>στην κατάνακρη χώρα τη λευκή ευδοκία<br>πάνω από το πηχτό σκοτάδι, ακούοντας<br>την απίστευτη μουσική της αβύσσου.<br>Όλη τη νύχτα ξαγρυπνήσαμε, εγώ<br>κι η Μοίρα μου —εκείνη, ακοίμητη όπως πάντα.<br>Και την αυγή, όλα πήρανε την πρώτην όψη<br>κι η γη τού τίποτα στους πρωινούς ατμούς είχε χαθεί<br>όπως μέσα στη βαριάν αγάπη χάνεται η καρδιά,<br>κι όπως μέσα στην άχνη των καιρών, η βαριά αγάπη.</em></p><p><em>Ό,τι για μια φορά μας άγγισε, ξαναγυρίζει<br>κι αυτό είναι το πικρότερο, που δεν πονεί,<br>διαβαίνει και κοιτάει αδιάφορα σα λύπη ξένη.<br>Όμως εγώ την είδα, ώρα γραμμένη, τη θαμπή Ευρυδίκη,<br>σαν προαιώνια θλίψη να περνάει από ένα<br>όνειρο σε άλλο, και του ονείρου ο πόνος,<br>με τον καιρό, βαραίνει πιο πολύ.<br>Και λέω πως ίσως<br>τη στιγμή που τα μάτια θα κλείνουν<br>σαν φτερά κουρασμένα, και τα χείλη<br>σαν τελειωμένο βιβλίο,<br>θα μου δοθεί απ’ τη δύσκολη Μοίρα, στερνή χάρη,<br>το μουσικό χιτώνα της ν’ αγγίξω,<br>υπόσχεση για μιαν αγάπη στο αβασίλευτο φως,<br>για την πικρή αθανασία του ονείρου.<br></em><strong><em>Γιώργος Γεραλής, «Ευρυδίκη» Τα μάτια της Κίρκης (1961). Αθήνα: Φέξης. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Γεραλής. 2009. Ποιήματα. Αθήνα: Ερμής.</em></strong></p><p><em>[...] μες στο χαμένο<br>το μικρό<br>λιμάνι<br>π’ άγγιξαν<br>σαν τις στερνές<br>σταγόνες<br>του<br>ήλιου<br>των ψαριών<br>τα δάκρυα<br>υψώνεται η ζωή<br>κάθετη κι ήρεμη<br>σε μαρμαρένιες<br>γούρνες<br>και λωτούς<br>πικρούς<br>με τους νοσταλγικούς<br>ρυθμούς<br>των βαρυαύλων<br>και της<br>νύχτας</em></p><p><em>[...]</em></p><p><em>όμως<br>το<br>ξέρω:<br>είμαι<br>ο μόνος<br>που εδάκρυσε<br>όταν<br>περάσανε<br>αυτά<br>τα<br>λυρικά<br>σφαχτάρια<br>και ξέρω<br>ότι<br>το δέντρο<br>όπου<br>εφάνταξε<br>είναι<br>το δέντρο<br>της ζωής<br>μονάχα</em></p><p><em>είναι<br>το δέντρο<br>που<br>στις<br>δροσερές<br>παλάμες του<br>κρατά<br>το αιώνιο<br>μυστικό<br>της<br>λήθης</em></p><p><em>κι είναι<br>το<br>δέντρο<br>που<br>καρτερικά<br>πάντοτε<br>πρόσμενα<br>να γινώ ένα<br>με τις<br>πυκνές<br>τις<br>φυλλωσιές<br>του</em></p><p><em>είναι<br>το δέντρο<br>το μονάκριβο<br>που<br>τα λουλούδια<br>του<br>ελέγαν<br>πάντα<br>το<br>τραγούδι<br>της<br>χαράς<br>μου</em></p><p><em>κι είν’ η Ευρυδίκη</em></p><p><em>η Ευρυδίκη που έρχεται<br>και φεύγει<br>και ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ<br>για<br>να<br>σταθεί<br>οριστικά<br>μες στη<br>φρικτή<br>πληγή<br>των<br>αγριεμένων<br>σωθικών<br>μου</em></p><p><em>(κι ίσως<br>και<br>για<br>να δικαιωθεί<br>ο παλιός<br>χρησμός<br>που<br>κάποτ’ όρισε<br>πως είμαι<br>ο Ορφέας<br>ο ψηλός<br>λεπτός<br>κι αθάνατος<br>βγαλμένος από<br>τα πλατιά<br>τα στήθια<br>του</em><br><em>Ερμή<br>του<br>Τρισμεγίστου)</em></p><p><em>και τώρα<br>που<br>το όνειρο<br>εθριάμβεψε</em><br><em>μες<br>στο μικρό<br>λιμάνι<br>όπου άραξε<br>η πυρκαϊά των φοινικιών<br>στις<br>μαρμαρένιες<br>γούρνες<br>πάλι η χαρά του ήλιου<br>ολούθε<br>απλώνεται<br>κι ηχούν<br>μόναχα<br>οι<br>βαρύαυλοι<br>σαν<br>έρθει<br>η<br>νύχτα<br></em><strong><em>Νίκος Εγγονόπουλος, «Η επιστροφή της Ευρυδίκης», Η επιστροφή των πουλιών (1946), Αθήνα: Ίκαρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Νίκος Εγγονόπουλος. 1977. Ποιήματα. Τόμ. Β΄. Αθήνα: Ίκαρος.</em></strong></p><p><em>Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει<br>ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο Χάρος<br>απ’ την ζωή και την Ελένη σου<br>να σ’ αποσύρει τάχθηκε.</em></p><p><em>Σε ξαναείδε η μέρα.<br>Ρίξε πίσω σου το τέλος που μας προσδοκά<br>ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.<br>Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.<br>Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων<br>το σεληνόφως της Ελένης<br>της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη<br>διακόπτουν το χάος.<br>﻿</em><strong><em>Νικόλαος Κάλας, «Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει…», Οδός Νικήτα Ράντου (1977), Αθήνα: Ίκαρος</em></strong></p><p><em>Είσαι έξη χρονών κι είμαι δώδεκα.<br>Όταν πέφτει το βράδυ, σε πηγαίνω στο σπίτι σου.<br>Στο βουνό εγώ μένω. Περιμένω το λύκο<br>να του δώσω να πιει στη γουβίτσα της φούχτας μου.<br>Πιο πολύ απ’ το νερό κι απ’ το γάλα, του αρέσουν<br>δυο στιγμούλες χαμόγελο. Δεν στο είπα, αλήθεια:<br>Τα δέντρα είν’ αδέλφια μου.<br></em><strong><em>Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ορφέας και Ευρυδίκη», Το βάθος του κόσμου (1961), Αθήνα: Ματαράγκας. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Νικηφόρος Βρεττάκος. 1981. Τα ποιήματα. Τόμ. Β΄. Αθήνα: Τρία φύλλα.</em></strong></p><p><em>Έσερνες ένα σκέλεθρο στο φως.<br>Γι’ αυτό και σου ’χαν άλλωστε συστήσει:<br>Να μην στρέψεις.<br>Αλλ’ έστω, κι αν δεν είχες παραβεί τους όρους<br>δε θα ’φτανα ποτέ στο φως μαζί σου.</em></p><p><em>Άσαρκα κόκαλα<br>δύο κόγχες δίχως μάτια<br>δόντια δίχως χείλη<br>ήταν ό,τι έσφιγγες στο χέρι σου ανεβαίνοντας,<br>όπως ήτανε στημένη επίσης κι η παγίδα<br>απ’ τη στιγμή που σου ’χαν επιτρέψει να διαβείς<br>την πόρτα που κανείς δεν πέρασε βαδίζοντας.</em></p><p><em>Όταν στο τέλος έκανες να στρέψεις<br>εξατμίστηκα.</em></p><p><em>Τίποτα δεν είδες.<br>Τώρα όμως να το μάθεις.</em></p><p><em>Έσερνες ένα σκέλεθρο στο φως<br>απ’ την αρχή μαζί σου<br>κι ήταν απόφαση παρμένη τελεσίδικα:<br>Ήθελες δεν ήθελες:<br>Να στρέψεις.<br></em><strong><em>Σταύρος Βαβούρης, «Ευρυδίκη», Ορφέας κατερχόμενος (1971). Στον συγκεντρωτικό τόμο: Σταύρος Βαβούρης. 1998. Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα. Αθήνα: Ερμής.</em></strong></p><p><em>Κατεβαίνει τώρα.<br>Τα νέα ρεύματα ανεβαίνουν<br>Τα νέα πρόσωπα ανεβαίνουν<br>μ’ αυτός κατεβαίνει<br>με κάτι σαν προαίσθημα θριάμβου<br>που επίκειται αντιθέτως από στιγμή σε στιγμή.</em></p><p><em>Από στιγμή σε στιγμή<br>γιατί<br>στο πρόσωπό του δίχως να φυσάει κάτι χτυπάει.<br>Περνάει ένα φρίκιασμα στο δέρμα του:<br>Είναι του παραληρούντος όχλου οι επευφημίες<br>είν’ οι χλευασμοί που θα ξεσπάσουν;</em></p><p><em>Κατεβαίνει.<br>Γύρω του μια κίτρινη στεγνή πραγματικότης<br>στοιχειώνει σε παράθυρα που κλείνουν<br>πρόσωπα που κλείνουν<br>Μισογελούν, μορφάζουν:<br>Κύκλος που κλείνει και στενεύει σα θηλιά.</em></p><p><em>Κατεβαίνει.<br>Πίσω του ένας κόσμος μάτια στο σκοτάδι,<br>αναβοσβήνουν σα πυγολαμπίδες.<br>Σαρκάζουν, κλαιν, εκλιπαρούν<br>μέσα σε μια σιωπή που ξεκουφαίνει.<br>Τέλος τον αποχαιρετούν.<br>Αποχαιρετάει κι αυτός και κατεβαίνει.</em></p><p><em>Στις ρίζες των αυτιών του τύμπανα,<br>σάλπιγγες, φωνές:<br>μια μουσική εμβατήρια βουλιάζει<br>και πάλι έπειτα στεντόρεια ανεβαίνει.<br>Τ’ είναι επιτέλους; Τί συμβαίνει;<br>Είν’ η λαιμητόμος σε μια από τις<br>επόμενες στροφές.<br>Είν’ οι μαινάδες γυναίκες της Θράκης.<br>Είν’ η στερνή του μεταμόρφωση σε φλόγα<br>σε μια μικρή κόκκινη φλόγα<br>που θα καίει και θα ρωτάει μες στις καρδιές μας</em></p><p><em>Στους αιώνες ίσως</em></p><p><em>Των αιώνων.<br></em><strong><em>Σταύρος Βαβούρης, «Ορφέας κατερχόμενος», Ορφέας κατερχόμενος (1971). Στον συγκεντρωτικό τόμο: Σταύρος Βαβούρης. 1998. Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα. Αθήνα: Ερμής.</em></strong></p><p><em>Ήταν ακόμα βουτηγμένο στη σκιά<br>το πρόσωπό μου —<br>μισό στο φως, μισό στο σκοτάδι—<br>σαν μου ’δωκες το χέρι σου.<br>«Πρόσεξε μη τον Κέρβερο ξυπνήσεις<br>στην πύλη εκεί του Άδη»,<br>σου είπα, μα δεν άκουσες·<br>σφίξε μόνο το χέρι μου<br>και προχώρα ψηλαφητά·<br>δεν πρέπει να κοιτάξεις πίσω·<br>θα με χάσεις<br>πριν ακόμα αντικρίσουμε το φως.»</em></p><p><em>Όμως εσύ βιαζόσουνα.<br>Μέσα σου<br>του πάθους την αντάρα είχες<br>και των ανθρώπων την ορμή<br>που δεν φοβούνται τίποτα.<br>«Δεν πρέπει στο σκοτάδι να βρεθούμε»<br>αυτό μόνο σου έλεγα,<br>κι όλο έσφιγγα<br>στο πρόσωπο το πέπλο μου...</em></p><p><em>Τώρα χαθήκαμε για πάντα<br>ακόμα πριν να σμίξουμε...<br>Δεν έπρεπε να στρέψεις το κεφάλι πίσω,<br>ή τότε να με πάρεις έπρεπε<br>που φούσκωνε η παλίρροια της αγάπης<br>στην κορφή του κύματος,<br>πριν ξεκινήσει<br>το αντίδρομο το ρέμα.</em></p><p><em>Στον ίδιο ποταμό<br>κανείς δεν μπαίνει δυο φορές.<br>Βάθυναν τώρα τα νερά,<br>και τα στοιχειά τ’ ανήμερα ξυπνήσαν πάλι.<br>Για πάντα πια μ’ έχει αγκαλιάσει ο Πλούτωνας.</em></p><p><em>Άδικα πήγαν οι σπονδές<br>στον τάφο των νεκρών μας.<br>Τη γλώσσα τους δεν έλυσαν<br>κι ούτε κανένα στείλαν μήνυμα.<br>«Στο φως συνέχεια να βαδίζεις»<br>ήταν το μόνο που είπαν<br>αυτοί που ’ναι για πάντα<br>στο σκοτάδι ποντισμένοι.<br></em><strong><em>Έφη Αιλιανού. 1977. &quot;Η Ευρυδίκη από τον Άδη&quot;. Νέα Εστία 1189: 97.</em></strong></p><p><em>[...]<br>Από τη μέρα εκείνη της αγάπης μας<br>το ανθρώπινον αρχίζει μέγα δράμα.<br>Πότε οι ψυχές αφρόντιστα γελούσανε,<br>πότε οι καρδιές μας έλιωναν στο κλάμα.<br>Και με τα γέλια εκείνα και τα δάκρυά μας,<br>εγίνηκε το γήινο τούτο θάμα.</em></p><p><em>Και κατακτήσαμε του χρόνου το άπειρο,<br>με τη μεγάλη του έρωτά μας νίκη.<br>Ήμασταν οι πρωτόπλαστοι κι εγίναμε<br>ύστερα Ορφεύς εγώ κι εσύ Ευρυδίκη.<br>Κι οι αιώνες, με το αδιάκοπό τους γύρισμα,<br>μας βρήκαν Δάντη εμέ κι εσέ Βεατρίκη.</em></p><p><em>Μα ήταν πολύ, πολύ μεγάλη η αγάπη μας,<br>για να σβηστεί στο σκότος του θανάτου.<br>Έγινες Μαργαρίτα στον Παράδεισο<br>κι ήρθες να βρεις τον Φάουστ εδώ κάτου.<br>Ύστερα Ελένη γίνηκες, Φάουστ έμεινα,<br>κι ο έρωτας μάς πήρε στα φτερά του.<br>[...]<br></em><strong><em>Γιώργος Βαφόπουλος, «Η μπαλάντα της αγάπης», Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931). Θεσσαλονίκη: τυπ. Ελληνικής Ιατρικής. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Βαφόπουλος. 1990. Άπαντα τα ποιητικά. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.</em></strong></p><p><em>Ευρυδίκη δεν υπάρχει ούτε Ορφέας<br>υπάρχει.<br>Απλώς: η γλώσσα λείχει αόρατο·<br>η γλώσσα χαριεντίζεται<br>με το θάνατο.<br>Σήμερα να λες· το πολύ αύριο· μεθαύριο<br>σημαίνει μεταφυσική.<br></em><strong><em>Νίκος Καρούζος, «Φαλλικός ήχος»,Συντήρηση ανελκυστήρων (1986). Αθήνα: Καστανιώτης.</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*Ukov2dIA95GhIHsABkFwiw.jpeg" /><figcaption>Jean Baptiste Camille Corot - Orpheus Leading Eurydice from the Underworld (1861)</figcaption></figure><p><em>δίψᾳ αὖος ἐγώ καὶ ἀπόλλυμαι</em></p><p>ΟΡΦΙΚΟ</p><p><em>Στεγνός από τη δίψα σου<br>στο γυρισμό σου<br>πλάι στη λευκή κυπάρισσο<br>ρίψε την ονειρόπετρα στη λίμνη</em></p><p><em>Αριστερά σου<br>πιες απ’ την άλλη κρήνη</em></p><p><em>Τί με καλείς πού με καλείς<br>σε ποιό σημείο με σκάφτεις;</em></p><p><em>Μην πλησιάσεις</em></p><p><em>Ούτε θα μάθεις<br>ούτε αν ρωτήσεις θ’ απαντήσεις<br>διότι διψοπρεπώς συγκατανεύεις<br>δενδροπρεπώς φτάνεις στο σύννεφο<br>με τον καρπό και το λιβάδι αμφικαλύπτεσαι</em></p><p><em>Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός<br>βροντάει το πέσιμο της γύρης<br>κι έχουν σωπάσει<br>του σκελετού σου οι ψίθυροι.</em></p><p><strong><em>[11.1.1984]<br>Δ. Π. Παπαδίτσας, «Υιός Οιάγρου», Το προεόρτιον (1986). Αθήνα: Στιγμή. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Δ. Π. Παπαδίτσας. 1997. Ποίηση. Αθήνα: Μέγας Αστρολάβος-Ευθύνη</em></strong></p><p><em>Το καλοκαίρι εφέτος, κάτω απ’ τον αστερισμό της Λύρας, μένουμε συλλογισμένοι.</em></p><p><em>Ποιό τ’ όφελος που μάγεψες με το τραγούδι σου τον Άδη και την Περσεφόνη<br>και σου επιστρέψανε την Ευρυδίκη; Ο ίδιος εσύ, στη δύναμή σου δυσπιστώντας,<br>στράφηκες να βεβαιωθείς, κι εχάθη πάλι το βασίλειο των ίσκιων κάτω απ’ τις λεύκες.<br>Τότε, απ’ το ακατόρθωτο σκυμμένος, κήρυξες στη λύρα<br>τη μοναξιά σαν την ύστατη αλήθεια. Αυτό δε σου το συχωρέσαν<br>ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι. Μαινάδες σού κομμάτιασαν το σώμα<br>στις όχθες του Έβρου. Μόνο η λύρα σου κι η κεφαλή σου φτάσανε στη Λέσβο<br>παρασυρμένες απ’ το ρεύμα. Ποιά η δικαίωση, λοιπόν, του τραγουδιού σου;<br>Μήπως η στιγμιαία (εικονική κι αυτή) συνοχή του φωτός και του σκότους;<br>Ή μήπως το που οι Μούσες κρέμασαν τη Λύρα σου καταμεσής στ’ αστέρια;</em></p><p><em>Κάτω από τούτο τον αστερισμό, το καλοκαίρι εφέτος, μένουμε συλλογισμένοι.</em></p><p><strong><em>Καρλόβασι, 27.VΙ.69<br>Γιάννης Ρίτσος, «Στον Ορφέα», (1972), Πέτρες. Επαναλήψεις. Κιγκλίδωμα. Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.</em></strong></p><p><em>Τίποτα δεν πετύχανε οι Σειρήνες. Ο Ορφέας με το τραγούδι του<br>κράτησε τους συντρόφους του. Μονάχα ο Βούτης, ο ασυλλόγιστος,<br>ρίχτηκε στο νερό πλέοντας με γοργές οργιές για τ’ ακρογιάλι. Μα κι εκείνος<br>δεν κακοπέρασε. Τον περιμάζεψε η θεά απ’ τα κύματα<br>και πλάγιασε μαζί του. Έτσι γεννήθη ο Έρυκας. Όσο για τις Σειρήνες,<br>αυτές απ’ το κακό τους πέσανε στη θάλασσα και γίναν βράχοι.<br>Γύρω τους έπλεαν τα μεγάλα κίτρα που ’χανε κυλήσει απ’ το καράβι<br>κίτρινα κίτρινα σαν πρόσωπα πνιγμένων φόβων.</em></p><p><strong><em>Σάμος, 16.Ι.65<br>Γιάννης Ρίτσος, «Το τέλος των Σειρήνων», Στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1989] 1998. Ποιήματα Ι΄ (1963-1972). 2η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.</em></strong></p><p><em>ο Ορφέας</em></p><p><em>Θαυμάστε του χαράγματος, εδώ, ποια η δύναμις<br>η αρχοντική και ποια η εντέλεια, το άωτον της γραμμής.<br>Είναι η φωνή ε-<br>κείνη που εβγή-<br>κε από τα έγκα-<br>τα του φωτός<br>και περί ης στον<br>Ποιμάνδρη του ο-<br>μιλεί ο Ερμής ο<br>Τρισμέγιστος.<br>[…]</em></p><p><em>ο Όφις</em></p><p><em>Σε έχει πιάσει λύσσα με τα κάλλη και την ομορφιά<br>τα δε θύματά σου, ύπουλη φάρα, και τα λάφυρα<br>τί γυναίκες που ήταν, όλες Θε μου, μια και μια:<br>Εύα και Κλεοπάτρα, μηδέ εξαιρουμένης της μικρής<br>Ευρυδίκης. Και έχω ακόμα υπόψη μου κάνα δυο τρεις.<br>[…]</em></p><p><em>ο Ορφέας</em></p><p><em>Γιά δείτε εδώ τα μιαρά στίφη όπου σας ήφερα<br>δω, τα μυριόποδα και τα πολυόμματα· γιά δείτε…<br>παντοιών εντόμων σμήνη, ακάρια και ροτίφερα,<br>μικρόβια απείρως θαυμαστότερα —ναι! ό,τι και αν πείτε—,<br>και από του κό-<br>σμου ετούτου εδώ<br>τα θαύματα<br>τα επτά,<br>και από τα δώ-<br>ματα της Ρο-<br>ζαμούνδης τα<br>σεπτά.<br>[…]</em></p><p><em>οι Σειρήνες</em></p><p><em>Σαν τί σεκλέτι να σας τρώει, Σειρήνες; Και τί να ’γι-<br>νε αφορμή που ολοφύρεσθε τις νύχτες στα πελάγη;<br>Σου μοιάζω, θάλασσα — βρίθω φωνών και εγώ από μηχανής<br>ήχων που με διαπλέουν. Και πλοία μου; Τα έτη που έζησε κανείς.<br>[…]<br></em><strong><em>Guillaime Apollinaire. 2001. Το συναξάρι των ζώων ή Ορφέως ακολουθία. Μετ. Νίκος Παπαδόπουλος. Ξυλογραφίες Raoul Dufy. Αθήνα: Καστανιώτης &amp; Εκδόσεις Διάττων. Τίτλος πρωτοτύπου: Le bestiaire ou cortege d’Orphée.</em></strong></p><p><em>Σε τί ελπίζει το τραγούδι; Και τα συγκινημένα χέρια,<br>μόλις μακριά απ’ τα πουλιά, τα ντροπαλά, τα εξαίσια;<br>Να ζαλιστούν από ευτυχία,<br>ή, πάνω απ’ όλα, στης ζωής τη γνώση;</em></p><p><em>Αλλά η ομορφιά αρκείται και στις διαπεραστικές νότες<br>του αγέρα, η ζεστασιά τής φτάνει. Αχ, αν ο χειμώνας θέλει<br>να σταθεί ενάντιος, αν θέλει η ισχνή χιονονιφάδα,<br>τί θα μπορέσει η επιθυμία, τί ο χορός;</em></p><p><strong><em>1937<br>W. H. Auden, «Ορφέας», Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά</em></strong></p><p><em>Έτσι που μ’ άφησες εδώ Αγαπημένη—,<br>σπρωγμένο από το Έρεβος,<br>να σέρνομαι στα δάση<br>της αφιλόξενης Ροδόπης,<br>δίχρωμα βατόμουρα,<br>κατακόκκινα φρούτα—<br>να σωριάζω φύλλα<br>να χτυπώ τη λύρα<br>με το δάχτυλο στη χορδή!</em></p><p><em>Τρία χρόνια στην ανεμοζάλη του βορρά!<br>Είναι γλυκό να σκέφτεσαι κάτι που ’χει πεθάνει,<br>κι εσύ είσαι τόσο μακριά!<br>Ακούω τις φωνιές πιο καθαρά,<br>νιώθω τα φιλιά,<br>τα φευγαλέα και τα βαθιά—,<br>κι όμως εσύ πλανιέσαι μες στους ίσκιους!</em></p><p><em>Έτσι που μ’ άφησες εδώ—,<br>μου επιτίθενται οι ποταμίσιες νύμφες,<br>μου γνέφουν οι καλλονές των βράχων,<br>μουρμουρίζοντας: «στο έρημο το δάσος<br>μονάχα σάτυροι και ξωτικά, όμως εσύ<br>τραγουδιστή, που έδινες ψυχή<br>στο μπρούτζινο το φως και στων χελιδονιών τους ουρανούς—<br>τώρα χαθήκανε οι μουσικές—<br>λησμονηθήκαν—!»</em></p><p><em>—με απειλούν—!</em></p><p><em>Κάποια κοιτά τόσο παράξενα.<br>Και μια μεγάλη, κηλιδωτή,<br>με παρδαλή επιδερμίδα («κίτρινη παπαρούνα»)<br>με προκαλεί με αγνότητας υπαινιγμούς, με ταπεινότητα<br>σε αχαλίνωτη ηδονή — (πορφύρα<br>στου έρωτα την κούπα—!) ματαίως!</em></p><p><em>με απειλούν—!</em></p><p><em>Όχι, δεν πρέπει να χαθείς,<br>δεν πρέπει να γίνεις<br>Ιόλη, Δρυόπη, Πρόκνη,<br>δεν πρέπει να μπερδέψεις τα δικά σου<br>με τα χαρακτηριστικά της Αταλάντης,<br>για να με κάνεις να τραυλίζω στη Λαΐδα<br>Ευρυδίκη—,</em></p><p><em>κι όμως: με απειλούν—!</em></p><p><em>Και τώρα οι πέτρες<br>που δεν ακολουθούν πια τη φωνή,<br>το μελωδό,<br>με μούσκλια τυλιγμένες<br>τα κλαδιά στης φυλλωσιάς την ηρεμία<br>γαληνεμένες απ’ τα στάχυα οι σκαπάνες<br>γυμνό το χτένι—!</em></p><p><em>τώρα απροστάτευτος μπροστά<br>στις ακόλαστες τις σκύλες—<br>με βλέφαρα υγρά,<br>με ματωμένο ουρανίσκο—,</em></p><p><em>τώρα η λύρα<br>ακολουθεί τον ποταμό—</em></p><p><em>κι οι όχθες γέμισαν με μουσική—.</em></p><p><strong><em>1946<br>Gottfried Benn, «Ο θάνατος του Ορφέα», Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης</em></strong></p><p><em>Τα σπίτια γιγαντώνονται σαν προσδοκίες,<br>γύρνα λοιπόν να ρίξεις μια ματιά:<br>απ’ το άσπρο κτίριο που δεν χόρταινε το βλέμμα<br>βγαίνει μαύρος καπνός κι αποφορά.</em></p><p><em>Έτσι όλα τα παλιά γεννάνε νέα,<br>κι ύστερα χάνονται ψηλά στον ουρανό.<br>Ποιός σου ’κλεψε το ταίρι σου, Ορφέα,<br>ποιός σου ’πε: «γύρνα να τη δεις»;</em></p><p><em>Με άσπρο πέπλο στο κεφάλι<br>μέσα στο βουερό ποτάμι θα ριχτώ.<br>Και πάνω απ’ το σώμα μου θ’ αναδυθεί<br>ένα κρίνο λευκό, μεθυστικό.</em></p><p><strong><em>1902<br>﻿Alexandr Blok, «Τα σπίτια γιγαντώνονται…», Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς</em></strong></p><p><em>Ήρθε ο χειμώνας. Ο Υμνωδός,<br>ακούραστος και με σώας τα φρένας,<br>βλέπει ένα χνάρι λύκου στο μονοπάτι</em></p><p><em>και σαν τον καλλιτέχνη δρυοκολάπτη<br>σκαρφαλώνει στο πεύκο<br>για να μπορέσει να δει μακρύτερα,</em></p><p><em>να μελετήσει καλύτερα<br>το κέντημα που κηλιδώνει το λευκό.</em></p><p><em>Διάσπαρτα ίχνη πάνω στο χιόνι<br>των λόφων, λες και το φως της αυγής<br>σκόρπισε στο κρεβάτι μιας καλλονής<br>απλόχερα πετράδια.</em></p><p><em>Ανάμεσα στα λιβάδια και στις στράτες<br>μπερδεύτηκαν τα νήματα.<br>Πώς να μπορέσει η Άρτεμη<br>να βρει τις άκρες;</em></p><p><em>Παρενθέσεις βάζει ο χειμώνας<br>στη ζωή. Των δέντρων ο λευκός χιτώνας<br>δεν αφήνει το βλέμμα ν’ αναπαυτεί.</em></p><p><em>Ο καινούριος Ορφέας αδιαφορεί<br>για τα κρυμμένα πλάσματα.</em></p><p><em>Φυλλομετρώντας το μεγάλο καλεντάρι του,<br>συμπυκνώνοντας το γλωσσάρι του<br>συμπληρώνει τη δική του ζωολογία.</em></p><p><strong><em>1964<br>Joseph Brodsky, «Ορφέας και Άρτεμη», Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/870/1*oQ85RsQ9vO6mx-mzQMHMAA.jpeg" /><figcaption>John Roddam Spencer Stanhope - Orpheus and Eurydice on the Banks of the Styx (1878)</figcaption></figure><p><em>Γύρισε. Κι αυτή δεν ακολουθούσε. Ο θεός<br>τίναξε τους ώμους και έφυγε — τέτοιο τρελό θέλημα<br>θα ’τανε δύσκολο πια στο μέλλον να αναλάβει.</em></p><p><em>Αυτή έμεινε κοιτάζοντας το βάθος της μαύρης λίμνης<br>Εξαϋλωμένη<br>Σαν ερωτευμένη αλλά χωρίς να παίρνει τη χαρά<br>ενός προσώπου αγαπημένου.</em></p><p><em>Σύντομα δεν θα υπάρχει κανείς ανάμεσα στους ζωντανούς<br>που θα την θυμάται ζωντανή. Για την επιστροφή της στη ζωή<br>φαντάστηκε κάποιον που θα κατέβαινε τις ατελείωτες σπείρες<br>κάποιον που δεν θα την είχε δει ποτέ να ζει κι όμως<br>θα φανταζόταν πως ίσως έχει ζήσει,<br>κάποιον που θα μπορούσε να αναρριχηθεί από τις σκιές<br>με πίστη στο φως του ήλιου και σ’ αυτήν που θα ακολουθούσε.</em></p><p><em>Για τον ερχομό ενός τέτοιου ανθρώπου<br>περίμενε. Κι όχι<br>στα σταυροδρόμια αλλά<br>στην Κόλαση.<br></em><strong><em>David Constantine. 2007. &quot;Ένας σύγχρονος Ορφέας&quot;. Μετ. Ερωτόκριτος Μωραΐτης. Ποίηση 29: 209. Τίτλος πρωτοτύπου: &quot;Eurydice&quot; (1980).</em></strong></p><p><em>Θυμήσου τί συνέβη: όταν βαρέθηκαν πια να τον ακούν<br>το μονόχορδό του επίμονα να ηχεί για τη μία, τη μοναδική,<br>Στράγγιξαν τη χολή τους και τον ξεσχίσανε μέλος με μέλος,<br>κοπρίζοντας τη σκηνή με το αίμα και τα οστά του<br>Κι έριξαν το κεφάλι στο ποτάμι. Το φημισμένο κεφάλι<br>ανίκανο να σταματήσει να μιλάει<br>μολονότι τα υπολείμματά του είχαν γύρω γύρω διασπαρθεί<br>στο μαγαζί,<br>συνέχισε και συνέχισε να μιλάει όπως πάντα<br>απολαμβάνοντας τα σημεία αυτού κι αυτής<br>που έζησαν και κινήθηκαν εδώ, εκεί, παντού<br>σε πράγματα κοινά στους ανέμους στα φτερά του αγέρα<br>στο ανοιχτό πέλαγος, στην αμήχανη γη, στη φωτιά,<br>μικρές γλώσσες ζωής. Στρέψε το κάθε ποίημα που γράφω<br>για ό,τι κι αν είναι αυτό, στο συγκεκριμένο μας φως<br>και τα βλέμματά σου, αναλαμπές δικές μου, θα φανερωθούν<br>σε θραύσματα γλώσσας που μόνο αυτοί οι δυο γνωρίζουν.<br></em><strong><em>David Constantine. 2007. &quot;Ένας σύγχρονος Ορφέας&quot;. Μετ. Ερωτόκριτος Μωραΐτης. Ποίηση 29: 225. Τίτλος πρωτοτύπου: &quot;Orphic&quot; (2002).</em></strong></p><p><em>I<br>Με ξαναπέταξες πίσω λοιπόν,<br>ενώ μπορούσα να ’χω περπατήσει με τις ζωντανές ψυχές<br>πάνω απ’ το χώμα,<br>ενώ μπορούσα να ’χω κοιμηθεί ανάμεσα στα ζωντανά λουλούδια<br>τελικά·</em></p><p><em>απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,<br>απ’ τη σκληρότητά σου<br>με πέταξαν πίσω<br>εκεί που οι νεκρές λειχήνες στάζουν<br>στάχτες νεκρές πάνω σε βάλτο τέφρας·</em></p><p><em>απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,<br>έγινα τελικά κομμάτια,<br>εγώ που είχα ζήσει δίχως να το ξέρω<br>που είχα σχεδόν ξεχαστεί·</em></p><p><em>αν μ’ είχες αφήσει να περιμένω<br>εγώ είχα περάσει απ’ την ατονία<br>στη γαλήνη,<br>αν μ’ άφηνες ν’ αναπαυτώ με τους νεκρούς,<br>εγώ σε είχα ξεχάσει<br>μαζί και το παρελθόν.</em></p><p><em>II<br>Εδώ μονάχα φλόγα πάνω στη φλόγα<br>και μαύρο ανάμεσα στις κόκκινες σπίθες,<br>λωρίδες μαύρο και φως<br>που καταλήγουν δίχως χρώμα·</em></p><p><em>γιατί να στραφείς<br>κι εγώ πρέπει ξανά την κόλαση να κατοικήσω<br>κι έτσι<br>να με πετάξουνε στο τίποτα;</em></p><p><em>Γιατί να στραφείς;<br>Γιατί να κοιτάξεις πίσω;<br>Γιατί εκείνη τη στιγμή να διστάσεις;<br>Γιατί να σκύψεις το πρόσωπό σου,<br>που το κρατούσε η φλόγα τού πάνω κόσμου,<br>πάνω στο πρόσωπό μου;</em></p><p><em>Τί ήταν αυτό που έσμιξε το πρόσωπό μου<br>με του δικού σου τη λάμψη<br>και το βλέμμα σου;<br>Τί ήταν που είδες στο πρόσωπό μου;<br>Τη λάμψη απ’ το δικό σου πρόσωπο,<br>τη φλόγα της δικής σου παρουσίας;</em></p><p><em>Τί είχε να προσφέρει το πρόσωπό μου,<br>εκτός απ’ το καθρέφτισμα της γης,<br>το χρώμα του υάκινθου<br>πιασμένο στην κοφτή σχισμή του βράχου<br>εκεί που έπεφτε το φως,<br>και το χρώμα των γαλάζιων κρόκων<br>και των χρυσών τη στιπλνή επιφάνεια<br>και της ανεμώνης,<br>γοργό στις φλέβες της σαν αστραπή<br>κι όμοια λευκό.</em></p><p><em>III<br>Σαφράνι από το κρόσσι της γης,<br>σαφράνι άγριο που έχει λυγίσει<br>πάνω από την κοφτερή άκρη της γης,<br>όλα τα άνθη που μέσα απ’ το χώμα περνούν,<br>όλα, όλα τα άνθη έχουν χαθεί·</em></p><p><em>όλα έχουν χαθεί,<br>όλα τα διαπέρασε το μαύρο,<br>μαύρο πάνω στο μαύρο<br>και από το μαύρο ακόμα χειρότερα<br>αυτό το άχρωμο φως.</em></p><p><em>IV<br>Κρόσσι πάνω στο κρόσσι<br>των γαλάζιων κρόκων,<br>κρόκοι περίκλειστοι πάνω στου εαυτού τους το γαλάζιο,<br>γαλάζιο εκείνου του πάνω κόσμου,<br>γαλάζιο του βάθους πάνω στο βάθος των λουλουδιών,<br>χαμένο·</em></p><p><em>λουλούδια,<br>αν έστω μια φορά μπορούσα την πνοή μου απ’ αυτά να πάρω,<br>κάτι αρκετό από αυτά,<br>περισσότερο από τη γη,<br>ακόμα κι απ’ την πάνω γη,<br>θα περνούσε μαζί μου<br>κάτω από τη γη·</em></p><p><em>αν μπορούσα ν’ αρπάξω από τη γη<br>της γης όλα τα λουλούδια,<br>αν έστω μια φορά μπορούσα στον εαυτό μου μέσα ν’ ανασάνω<br>τους κρόκους τους χρυσούς τους ίδιους<br>και τους πυρρούς,<br>την ίδια τη χρυσή καρδιά του πρώτου σαφρανιού,<br>όλο αυτό το χρυσαφένιο πλήθος<br>την έξοχη την ευωδιά ολόκληρη,<br>ίσως και να τολμούσα την απώλεια.</em></p><p><em>V<br>Λοιπόν απ’ την αλαζονεία σου<br>απ’ τη σκληρότητά σου<br>έχασα τη γη<br>και της γης τα λουλούδια,<br>και τις ζωντανές ψυχές πάνω απ’ το χώμα,<br>κι εσένα που πέρασες μέσα απ’ το φως<br>και ήρθες<br>άσπλαχνος·</em></p><p><em>εσένα που έχεις το δικό σου φως,<br>που είσαι παρουσία για τον εαυτό σου<br>που άλλη παρουσία δεν χρειάζεται·</em></p><p><em>όμως για την αλαζονεία όλη αυτή<br>και για το βλέμμα σου,<br>σου λέω τούτο:</em></p><p><em>μια τέτοια απώλεια απώλεια δεν είναι,<br>αυτός ο τρόμος, το μαρτύριο αυτό, αυτά τα δεσμά,<br>αυτοί οι λάκκοι μαύρου,<br>αυτός ο τρόμος, ναι,<br>απώλεια δεν είναι·</em></p><p><em>η κόλαση δεν είναι χειρότερη από τη γη σου<br>πάνω από το χώμα,<br>η κόλαση χειρότερη δεν είναι,<br>όχι, ούτε και τα λουλούδια σου<br>ούτε κι οι φλέβες σου από φως<br>ούτε κι η παρουσία σου,<br>απώλεια·</em></p><p><em>η κόλασή μου χειρότερη δεν είναι από τη δική σου<br>παρόλο που περνάς μέσα από τ’ άνθη και μιλάς<br>με τα πνεύματα πάνω από το χώμα.</em></p><p><em>VI<br>Απέναντι στο μαύρο<br>ο ζήλος μου είναι μεγαλύτερος<br>απ’ ό,τι ο δικός σου μέσα στην αίγλη εκείνου του τόπου,<br>απέναντι στο μαύρο<br>και το στεγνό γκρίζο<br>περισσότερο φως έχω εγώ·</em></p><p><em>και τα λουλούδια,<br>αν σου έλεγα,<br>θα στρεφόσουν τότε εσύ απ’ τα δικά σου βολικά μονοπάτια<br>προς την κόλαση,<br>θα στρεφόσουν ξανά και θα κοίταζες πίσω<br>κι εγώ θα βυθιζόμουν σ’ έναν τόπο<br>ακόμα πιο τρομερό απ’ αυτόν εδώ.</em></p><p><em>VII<br>Τουλάχιστον έχω του εαυτού μου τα λουλούδια,<br>και τις σκέψεις μου, κανείς θεός<br>δεν θα μου το στερήσει αυτό·<br>Έχω τη ζέση του εαυτού μου για παρουσία<br>και το δικό μου πνεύμα για φως·</em></p><p><em>και το πνεύμα μου με την απώλειά του<br>γνωρίζει τούτο:<br>αν και μικρό απέναντι στο μαύρο,<br>μικρό απέναντι στους δίχως σχήμα βράχους,<br>η κόλαση πρέπει να σπάσει προτού χαθώ·</em></p><p><em>προτού χαθώ<br>η κόλαση πρέπει ν’ ανοίξει σαν κόκκινο ρόδο<br>για να περάσουν οι νεκροί.</em></p><p><strong><em>1917<br>Hilda Doolittle, «Ευρυδίκη», Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά</em></strong></p><p><em>στην Claire</em></p><p><em>Ορφέα<br>μουσικέ του φθινοπώρου<br>μεθυσμένε από μούστο αστρικό<br>ακούς σήμερα πιο δυνατά<br>το τρίξιμο που κάνει η γη καθώς γυρίζει;<br>Σκούριασε ο άξονάς της<br>Κάθε πρωί και κάθε βράδυ πετούν κορυδαλλοί ψηλά στον ουρανό<br>μάταια ψάχνοντας να βρουν το άπειρο<br>λιοντάρια πλήττουν<br>ρυάκια παρακμάζουν<br>και τα μη με λησμόνει θέλουν ν’ αυτοκτονήσουν</em></p><p><em>Κουράστηκε η φύση η καλή<br>αραίωσε το οξυγόνο των αιώνιων δασών<br>παθαίνουμε ασφυξία στο όζον των κορυφών<br>βρέχει το σύννεφο και λαχταρά τη λάσπη<br>Ο άνθρωπος επιστρέφει πάντα στους ανθρώπους</em></p><p><em>Παντοτινό μας πεπρωμένο<br>η Ευρυδίκη:<br>η γυναίκα η ακατανόητη ζωή<br>ο καθείς κι ένας Ορφέας</em></p><p><em>Ορφέας: και ποιός δεν τον γνωρίζει;<br>1 και 78 ψηλός<br>68 κιλά<br>μάτια καστανά<br>μέτωπο στενό<br>σκληρό καπέλο<br>πιστοποιητικό γεννήσεως στην τσέπη του σακακιού<br>καθολικός<br>συναισθηματικός<br>δημοκρατικός<br>μουσικός το επάγγελμα</em></p><p><em>Έχει ξεχάσει την Ελλάδα<br>το πρωινό άσμα της αλκυόνας<br>το σκοτεινό πένθος των κέδρων<br>το γάμο των ανθέων<br>και την απλόχερη φιλία των ρυακιών</em></p><p><em>Τί να του κάνουν σήμερα οι αίγαγροι και οι γεντιανές<br>οι άνθρωποι είναι μίζεροι και δυστυχείς<br>έτσι που ζουν φυλακισμένοι μες στον Άδη<br>σε τσιμεντένιες πόλεις<br>από χαρτί και λαμαρίνα<br>Αυτός πρέπει να τους λευτερώσει<br>αυτούς τους άπορους που δεν έχουνε<br>φεγγάρια ανέμους και πουλιά</em></p><p><em>Κύριε, μείνε ακίνητος<br>εσύ με το καλοραμμένο σμόκιν<br>Στοπ: Δείξε μου την καρδιά σου!<br>Κεντροευρωπαϊκός πολιτισμός<br>με στέψεις αυτοκρατόρων<br>οικοδομικούς συνεταιρισμούς<br>αγώνες μποξ</em></p><p><em>Ω σύγχρονέ μου, αξιότιμε κύριε!<br>Ο Ορφέας ήρθε σε σένα<br>από τους ελληνικούς λοφίσκους<br>στο χωματόδρομο της καθημερινής ζωής<br>είναι ο καινούριος ποιητής</em></p><p><em>Τον βρίσκεις όπου υπάρχουνε χείλη διψασμένα<br>όπου χτυπούν καρδιές πεινασμένες<br>σε σκεπάζει με τη μουσική όπως μ’ έναν ζεστό μανδύα<br>πάνω στην παγκόσμια οδύνη</em></p><p><em>Ο Ορφέας ψάλλει την άνοιξη στους ανθρώπους<br>κάθε Τετάρτη ανάμεσα μιάμιση και δυόμισι<br>σαν συνεσταλμένος δάσκαλος της μουσικής<br>ελευθερώνει ένα κορίτσι απ’ τη φιλαργυρία της μαμάς του</em></p><p><em>Το βράδυ στο βαριετέ του κόσμου<br>ανάμεσα σε νεαρές Αμερικάνες και τον Άνθρωπο-Φίδι<br>το κουπλέ με θέμα την αγάπη είναι το τρίτο νούμερο</em></p><p><em>Τα μεσάνυχτα ένας κλόουν<br>στο απαστράπτον τσίρκο<br>ξυπνά τους κοιμισμένους με το μεγάλο του ταμπούρλο</em></p><p><em>Τις Κυριακές μπροστά σ’ ενώσεις παλαιών πολεμιστών<br>στη δρύινη σάλα του χορού<br>ο μαέστρος των τραγουδιών που μιλούν για ελευθερία</em></p><p><em>αδύνατος οργανοκρούστης<br>παίζει το όργανο γλυκά για τα παιδιά του Ιησού</em></p><p><em>Σε όλα τα κοντσέρτα των συνδρομητών<br>με μουσική του Γκούσταβ Μάλερ<br>απάνθρωπα σαρώνει τις καρδιές</em></p><p><em>Στον συνοικιακό κινηματογράφο στο κλειδοκύμβαλο του πόνου<br>συνοδεύει τη χορωδία των προσκυνητών<br>που θρηνεί τη δολοφονία της Παρθένου—</em></p><p><em>Γραμμόφωνα<br>πιανόλες<br>εκκλησιαστικά όργανα ατμού<br>παίζουν τη μουσική του Ορφέα</em></p><p><em>Στον πύργο του Άιφελ<br>στις 11 Σεπτεμβρίου<br>δίνει μια ασύρματη συναυλία</em></p><p><em>Ο Ορφέας αναγνωρίζεται ως μεγαλοφυΐα:<br>ταξιδεύει από χώρα σε χώρα<br>πάντα με βαγκόν λι<br>ζητάει χίλια μάρκα<br>για να βάλει την υπογραφή του<br>σε ποιητικά λευκώματα</em></p><p><em>Απ’ την Αθήνα πάει στο Βερολίνο<br>διασχίζει το γερμανικό πρωινό<br>περιμένει στο σταθμό της Σιλεσίας<br>Ευρυδίκη! Ευρυδίκη!<br>Νά την η πολυπόθητη, η πολυαγαπημένη<br>με την παλιά ομπρέλα της<br>και τα κουρελιασμένα γάντια<br>Τούλι σκεπάζει το καπέλο της<br>κι έχει βάλει πολύ κραγιόν πάνω στα χείλη<br>όπως τότε<br>άμουση<br>δίχως ψυχή<br>Ευρυδίκη: η αλύτρωτη ανθρωπότης!</em></p><p><em>Και ο Ορφέας κοιτάζει γύρω του<br>κοιτάζει γύρω του — και θέλει να τη σφίξει στην αγκαλιά του</em></p><p><em>Να τη φέρει για τελευταία φορά από τον Κάτω Κόσμο!<br>Απλώνει το χέρι<br>υψώνει τη φωνή<br>αλλά ματαίως! Τα πλήθη δεν τον ακούνε πια<br>τρέχουν στον Άδη, στην καθημερινή ζωή και στον πόνο!</em></p><p><em>Μονάχος ο Ορφέας στην αίθουσα αναμονής<br>κομματιάζει μ’ ένα πιστόλι την καρδιά του!</em></p><p><strong><em>1918<br>﻿Yvan Goll, «Ο νέος Ορφέας», Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης</em></strong></p><p><em>Τόσοι κόσμοι έχουν δει να πεθαίνει η πολυαγαπημένη<br>Τόσοι ουρανοί έχουν προσφέρει σάβανο για το κορμί της<br>Τόσα βουνά αποτυπώθηκαν απ’ τη μνήμη της.<br>Τόσες πηγές την έκλαψαν μετά το θάνατό της,<br>Που κάθε τί είναι μια κόλαση στο σκοτεινόν Ορφέα<br>Και τον καταδικάζει όλο και περισσότερο στην αιώνια πυρά.<br>Εφόσον την αρνιέται εκείνη καταλαμβάνεται απ’ τη σκιά του<br>Εφόσον την κατέχει εκείνη τον βυθίζει μες στον τάφο της<br>(Νομίζει πως παραβιάζει τον έσχατο τάφο της αγαπημένης)</em></p><p><em>Μα εκείνη αμέσως προαισθανόμενη λιποθυμάει<br>Κάθε τάφος είν’ η ηχώ ενός άλλου τάφου<br>Πάντα αλλού είναι το πεπρωμένο</em></p><p><em>Εκείνος ξέρει όμως<br>Πως μοναχά εδώ είν’ ο αληθινός θάνατος: εδώ<br>Η καρδιά, η σφραγίδα που πρέπει να σπάσει για να απελευθερωθεί<br>Από κείνον η Γυναίκα, η μοναδική του κόλαση. Να χυθεί<br>Από το αίμα που χτυπάει στο φοβερό ρυθμό του θανάτου<br>Να δραπετεύσει αυτή η σάρκα η κορεσμένη από αρχαίες χειρονομίες!<br>Την Ευρυδίκη την πάρα πολύ παρούσα την πάρα πολύ απούσα<br>Την φωνάζει πεθαμένη εκτός εαυτού, άγρια<br>Και σέρνοντας την ηδονή του από πτώμα σε πτώμα<br>Δε σταματά ποτέ να την ανασταίνει.</em></p><p>*</p><p><em>Ο Ορφέας κατάπληκτος απ’ την εικόνα της στον ύπνο του<br>Ανεκάλυπτε πως ψηλαφά δυο γυναικεία στήθη<br>θορυβημένος γιατί τα χέρια του ντρεπόντουσαν, και κρυφά<br>χανόντουσαν σαν το νερό πάνω στους γυμνούς μηρούς της<br>Ω μηροί που αναδύεστε από το ημίφως ποταμών<br>Αδέρφια του ασημιού, που φέρνετε τη Νύχτα! Ω δρόσος<br>Καυτή, γλουτέ πράσινε και πορώδη που έρχονται να πιουν<br>Τα στιλπνά ζώα στρωμένα μες στη δροσιά<br>Ω κοιλιά χαδεμένη από φτερά και σύννεφα<br>Φεγγάρι που στοχάζεσαι μες στον ουρανό την κίνησή σου<br>Και συ αβέβαιο φύλο που σε υπερασπίζουν οι ομίχλες<br>Λουσμένο στους ανέμους από ουράνιο τόξο τ’ ονείρου και του αυλού…</em></p><p>*</p><p><em>Ω διπλέ Ορφέα που κοιμάσαι ενώ σε οσφραίνονται οι μαινάδες.<br></em><strong><em>Pierre Emmanuel, «Ο τάφος του Ορφέα», Μετάφραση: Γ. Κ. Καραβασίλης</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*HydxNgEfZJ7yV07IzeboAA.jpeg" /><figcaption>George Frederick Watts - Orpheus and Eurydice (1869-1872)</figcaption></figure><p><em>Μόνο λίγα βήματα ακόμη και τότε<br>θα είναι δική του και πάλι, θ’ ακούσει<br>θα ’ναι αυτή η πηγή του τραγουδιού του που χωρίς εκείνη<br>το τραγούδι στερεύει στο στόμα του. Λαιμό, μύτη, αυτιά,<br>μάτια, μαλλιά, στόμα<br>και τα λοιπά και τα λοιπά<br>θέλεις αυτός μόνος να υμνήσει<br>για τη δική της αιώνια φήμη μοναχά.<br>Όταν μια φωνή ακούγεται<br>Ο Ορφέας ακούει:<br>εκείνη που τη διέταξαν να ακούει μόνο<br>τώρα του τραγουδάει πισώπλατα<br>Και νά<br>που εκείνος γυρίζει<br>και νά<br>που γλιστράει απ’ τ’ απορημένα χέρια του<br>η λύρα. Η Ευρυδίκη το όργανο σηκώνει<br>όπως φεύγει παίζει σιγανά στην αρχή<br>κι όλο πιο δυνατά. Λαιμό, μύτη, αυτιά,<br>μάτια, μαλλιά, στόμα<br>και τα λοιπά και τα λοιπά<br>θέλει αυτή μόνη να υμνήσει<br>για τη δική του αιώνια φήμη μοναχά.<br>Αν ο Ορφέας την ακολούθησε<br>οι πηγές δεν το ξεκαθαρίζουν.<br></em><strong><em>Ulla Hahn. 2002. &quot;Έκδοση βελτιωμένη&quot;. Μετ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Ποίηση 20: 59. Τίτλος πρωτοτύπου: &quot;Verbesserte Auflage&quot; (1981).</em></strong></p><p><em>Πράγματα στοιβαγμένα από καιρό στη μνήμη μου<br>γυμνά δαιμονόληπτα εφευρήματα της ψυχής μου<br>που με τα δάκρυά μου επικοινωνείτε<br>κόρες αγαπημένες του ήλιου του χρόνου και του αίματος<br>τόποι ολόκληροι με εξαίσια ομοιότητα<br>αντικείμενα ιερά όσο και το βλέμμα μου που σας ακουμπά<br>μνημεία δόξας και όρη φευγαλέα<br>αδελφές μου! Ερημιές του νου μου<br>οικείες από καιρό στην κάμαρα που ευωδιάζει ξύλο<br>συνήθεια του απέραντου και παράξενου ουρανού<br>μουσικές μυστική κατάκτηση του χαμένου ήχου<br>και σεις πρωταρχικές<br>πηγές κνήμες λαγόνια χέρια και μαστοί<br>τάφοι βαθείς τα μάτια κάτω από τις πλούσιες κόμες<br>αντίο, σας βίωσα για πάντα! Φεύγω πρέπει να πεθάνω<br>να πέσω στο διάστημα, στο ξεχασμένο διάστημα<br>την έμπλεη από σας καρδιά μου να αποθέσω<br>στον πιο απαίσιο βόρβορο και κάτω από το χώμα της ασκήμιας<br>να αναστηθώ.</em></p><p><strong><em>1937<br>﻿Pierre-Jean Jouve, «Ο αποχαιρετισμός του Ορφέα», Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης</em></strong></p><p><em>Αχνοφώτιστη σκηνή ονειρική,<br>άυλων σκιών χοροί,<br>με μετάξι η Μελπομένη χαϊδεύει<br>τα παράθυρα του ναού της.<br>Τ’ αμάξια γύρω μαύρο καραβάνι,<br>έξω κουμάντο κάνει η παγωνιά,<br>κρυσταλλιασμένα όλα — πράγματα κι ανθρώποι,<br>και το χιόνι το καυτό τριζοβολά.</em></p><p><em>Οι υπηρέτες μαζεύουν ένα ένα<br>αρκούδας τομάρια τριχωτά.<br>Μέσα στη δίνη πετάει μια πεταλούδα,<br>ρόδα κρύβονται στον κόρφο μυστικά.<br>Φουστάνια της μόδας, πολύχρωμο σμάρι,<br>μικρός θεατρικός πυρετός,<br>στο δρόμο φαναράκια τρεμοσβήνουν<br>και βαρύς απλώνεται αχνός.</em></p><p><em>Απόκαμαν απ’ τις φωνές οι αμαξάδες,<br>βαριανασαίνει το σκοτάδι και βογκά,<br>περιστεράκι μου, Ευρυδίκη, δεν πειράζει<br>που ο χειμώνας φέτος είναι τόσο παγερός.<br>Από τη γλώσσα την ιταλική είναι τόσο παγερός.<br>Από τη γλώσσα την ιταλική του τραγουδιού<br>είναι γλυκύτερη η γλώσσα η μητρική μου.<br>Μέσα της κελαρύζουν μυστικά<br>άρπες από μέρη εξωτικά.</em></p><p><em>Μυρίζει κάπνα η φτωχή προβιά,<br>το χιόνι στροβιλίζεται στον μαύρο δρόμο,<br>απ’ τις μακάριες κορφές του τραγουδιού<br>μια αθάνατη άνοιξη απλώνει τα φτερά,<br>για ν’ ακουστεί η αιώνια άρια:</em></p><p><em>«Θα ξαναδείς τα πράσινα λιβάδια»<br>και για να πέσει χελιδόνι ζωντανό<br>στο χιόνι το καυρό.<br></em><strong><em>Νοέμβριος 1920</em></strong></p><p><strong><em>(για μια παράσταση της όπερας του Γκλουκ &quot;Ορφέας και Ευρυδίκη&quot;)<br>﻿Osip Mandelstam, «Αχνοφώτιστη σκηνή ονειρική…», Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς</em></strong></p><p><em>«At cantu commotae Erebi de sedibus imis<br>umbrae ibant tenues simulacraque luce carentum».<br>Μες στη βρόμα απ’ τον πόλεμο όλοι μας, ο Ορφέας<br>γεμάτος ζωύφια, τον κατάφαγε η ψείρα,<br>κι εσύ νεκρή. Ο χειμώνας, το δυσβάσταχτο βάρος<br>του πάγου, το νερό κι ο αέρας της θύελλας<br>ήταν μαζί σου, κι από ηχώ σε ηχώ ο κεραυνός<br>στις επίγειες νύχτες σου. Και τώρα ξέρω,<br>σου χρωστούσα πιο πολλή συμπόνια,<br>μα τα δικά μας χρόνια ήταν λύσσα κι αίμα:<br>άλλοι βούλιαζαν κιόλας στη λάσπη<br>με ρημαγμένα χέρια, ρημαγμένα μάτια,<br>έρωτα ουρλιάζοντας και έλεος.<br>Μα είναι πάντα αργά για ν’ αγαπήσεις.<br>Συχώρα με λοιπόν. Τώρα φωνάζω κι εγώ<br>τ’ όνομά σου, ώρα μεσημεριανιού νωθρή,<br>με φτερά, με χορδές τζιτζικιών που τεντώνουν<br>βαθιά μέσα στη φλούδα του κυπαρισσιού.<br>Και πια δεν ξέρουμε πού είναι η δική σου όχθη.<br>Είχε ένα πέρασμα, που το ’λεγαν οι ποιητές,<br>ψηλά, πλάι σε πηγές που άχνιζαν κυλώντας<br>απ’ τους γκρεμούς. Στον τόπο εκείνο ωστόσο<br>σ’ είδα, μικρό παιδί, με πορφυρές βατομουριές<br>και τσοπανόσκυλα, πουλιά της σκοτεινιάς<br>και άλογα, μυστήρια ζώα<br>που ακολουθούν τον άνθρωπο με το κεφάλι ψηλά.<br>Οι ζωντανοί έχουν χάσει για πάντα<br>το δρόμο των νεκρών, και στέκουν παράμερα.<br>Τούτη η σιωπή είναι τώρα πιο φριχτή<br>από κείνην που χωρίζει την όχθη σου.<br>«Έρχονταν ίσκιοι αέρινοι». Κι εδώ<br>κυλάει ήρεμος ο Ολόνας, δέντρο κανένα<br>δε σαλεύει απ’ το πηγάδι των ριζών του.<br>Κι αν όμως δεν ήσουν η Ευρυδίκη;<br>Δεν ήσουν η Ευρυδίκη!<br>Η Ευρυδίκη ζει. Ευρυδίκη! Ευρυδίκη!</em></p><p><em>Κι εσύ, κατάλερος από τον πόλεμο, Ορφέα,<br>σαν τ’ άλογό σου, δίχως καμουτσίκι,<br>σήκωσε το κεφάλι, η γη δεν τρέμει πια:<br>ούρλιαξε από έρωτα και πάρε, αν θες, τον κόσμο.</em></p><p><strong><em>1949<br>﻿Salvatore Quasimodo, «Διάλογος», Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη</em></strong></p><p><em>I<br>Ξάφνου, ένα δέντρο υψώθηκεν. Ω ανύψωση καθάρια!<br>Ο Ορφέας τραγουδά! Ω ψηλό δέντρο μες στ’ αυτιά!<br>Κι όλα σιωπήσαν. Μα και στο σώπασμα αυτό μέσα<br>κάτι καινούριο αρχίζει, μεταμορφώνεται και νεύει.</em></p><p><em>Ζώα της σιωπής ξετρύπωσαν, μες στο λευτερωμένο<br>δάσος, το φωτεινό, από κοιτιές και φωλιές μέσα·<br>και τότε εφάνη, ότι μένανε άφωνα, όχι<br>γιατί, τάχα, φοβήθηκαν, μήτε γιατί ενεδρεύαν,</em></p><p><em>παρά γιατί άκουαν. Βρυχηθμός, κραυγή, ουρλιαχτό<br>μικρά έμοιαζαν μες στις καρδιές τους. Κι όπου, ώς τότε,<br>δεν ήτανε καλύβα να υποδεχτεί αυτό το τραγούδι</em></p><p><em>κι ούτε άσυλο του πιο σκοτεινού πόθου, μ’ ένα<br>έμπασμα, που οι παραστάδες του σειούνταν, —<br>εκεί, ακριβώς, ναό ’χεις, μέσα στην ακοή τους, φτιάξει.</em></p><p><em>II<br>Και σχεδόν παιδούλα ήτα, που ανεφάνη<br>απ’ του άσματος και της λύρας τη χαρά<br>κι έλαμπε στα εαρινά της πέπλα καθαρά<br>κι είχε την κλίνη της μες στο αυτί μου κάνει</em></p><p><em>κι αποκοιμήθηκε μέσα μου, Κι όσα είχα θαυμάσει<br>δέντρα, άλλοτε, κι οι απτοί ορίζοντες εκείνοι<br>και το αισθητό λιβάδι κι όποια είχα δοκιμάσει<br>έκπληξη, απ’ όλ’ αυτά ο ύπνος της είχε γίνει.</em></p><p><em>Κοιμότανε τον κόσμο. Τραγουδιστή Θεέ, πώς<br>έτσι τέλεια την έκαμες, που να μη ζητήσει<br>πριν ξύπνια να ’ναι; Δες, εγεννήθηκε κι αποκοιμήθη.</em></p><p><em>Πού να ’ναι ο θάνατός της; Ω, το θέμα αυτό<br>θα το αποκαλύψεις, πριν το τραγούδι σου σιγήσει; —<br>Για πού φεύγει, έξω από με;… Μια παιδούλα σχεδόν…</em></p><p><em>III<br>Ένας θεός το μπορεί. Πώς, όμως, πες μου, θα μπορούσε<br>να τον ακολουθεί ένας άντρας, με μια φτενή λύρα;<br>Η αίσθησή του είναι δίβουλη. Στο σταυροδρόμι<br>δυο δρόμων της καρδιάς, ναός για τον Απόλλωνα δε στέκει.</em></p><p><em>Δεν είναι πόθος το τραγούδι, ως το διδάσκεις, μήτε<br>κι επιδίωξη για κάτι, που κατορθώνεται, στο τέλος·<br>το τραγούδι είναι ύπαρξη. Και για τον Θεό κάτι είναι<br>εύκολο. Όμως πότε είμαστε; Και πότε, Αυτός θα στρέψει</em></p><p><em>ως τη δική μας ύπαρξη τη γη και τ’ άστρα;<br>Δεν είναι αυτό: τ’ ότι αγαπάς, έφηβε· κι αν ακόμη,<br>τότε, η φωνή σου τ’ άνοιγε με βία το στόμα: μάθε</em></p><p><em>να λησμονείς πως τραγουδάς. Εκείνο ρέει. Μια ανάσα<br>δεύτερη είναι να τραγουδάς αληθινά. Μια ανάσα<br>για τίποτα. Μέσα στον Θεό μια πνοή. Κι άνεμος είναι.</em></p><p><em>ΧΧΙΙ<br>Είμαστε αυτοί που όλο πηγαίνουν.<br>Μα στοχάσου του χρόνου του<br>βήμα, σαν κάτι περίσσα μικρό<br>μες στ’ αυτιά που πάντα απομένουν.</em></p><p><em>Στη βιάση ό,τι έχει δοθεί<br>θα ’χει κιόλας περάσει·<br>γιατί το απομένον κατηχεί,<br>η μύηση μ’ αυτό θα μας φτάσει.</em></p><p><em>Αγόρια, μη σπαταλάτε<br>το θάρρος σας στη βιάση αυτή,<br>στη δοκιμή ψηλά να πάτε.</em></p><p><em>Όλα έχουνε πια αναπαυτεί:<br>Σκότος και φως κοιμάται,<br>άνθη, βιβλίο έχουν κλειστεί.<br></em><strong><em>Rainer Maria Rilke, «Τα Σονέτα στον Ορφέα», Μετάφραση: Άρης Δικταίος, Άρης Δικταίος. 1987. Εκλογή από το ποιητικό έργο του Rainer Maria Rilke. 2η έκδ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.</em></strong></p><p><em>Αυτό ήταν των ψυχών το εξαίσιο μεταλλείο.<br>Καθώς το σιωπηλό μετάλλευμα του αργύρου<br>μέσα απ’ τις φλέβες του πηγαίνει, έτσι κι εκείνοι<br>μέσα από το σκοτάδι του πηγαίνουν. Από ρίζες μέσα<br>αναπηδούσε το αίμα, που έφευγε να πάει<br>προς τους ανθρώπους, και βαρύ φαινόταν,<br>καθώς πορφύρα, μέσα στο σκοτάδι.<br>Μα, όμως, δεν ήταν κόκκινο καθόλου.</em></p><p><em>Ήταν βράχοι εκεί και δάση<br>ανύπαρκτα. Γιοφύρια, από κενό πάνωθε, κι εκείνο<br>το μέγα, γκρίζο, τυφλό τέλμα, που κρεμόταν<br>πάνω απ’ τον μακρινό βυθό του<br>σα βροχερός ουρανός πάνω από τοπίο.<br>Και σε λιβάδια ανάμεσα, απαλή και ραθυμία γιομάτη,<br>του μοναδικού δρόμου φαινόταν η χλωμή λουρίδα,<br>σαν ένα μακρύ ασπρόρουχο, απλωμένο.</em></p><p><em>Και τον μοναδικό αυτό δρόμο είχανε πάρει.</em></p><p><em>Προπορευόταν ο ισχνός άντρας κείνος, τυλιγμένος<br>σε γαλάζιο μανδύα, που, βουβός κι ανυπόμονος, μπροστά του<br>ίσια, έβλεπε. Με δαγκανιές μεγάλες<br>κι αμάσητες, καταβρόχθιζε τον δρόμο<br>το βήμα του· τα χέρια του κρεμόνταν<br>βαριά, κι έξω από το ρυάκισμα των πτυχών σφιγμένα<br>και τίποτα δεν ήξεραν πια για τη λύρα<br>την αλαφριά, που ’χε στ’ αριστερά του μεγαλώσει<br>σα ροδαριάς βλαστοί, πλεγμένοι στης ελιάς τον κλώνο.<br>Κι οι αισθήσεις του σα να ’ταν χωρισμένες:<br>ενώ, το βλέμμα, σα σκυλί έτρεχε μπροστά του,<br>γύριζε, ερχόταν, κι ύστερα ξανάφευγε μακριά του<br>και, καρτερώντας, στη επόμενη έστεκε στροφή του δρόμου —<br>η ακοή του, σαν άρωμα πίσω έμενε· και, σα ν’ απλωνόταν,<br>του φαινόταν, καμιά φορά, ίσαμε των άλλων<br>το περπάτημα, εκείνων των δυο, όλον τούτο<br>τον ανήφορο που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν.<br>Ύστερα πάλι, ό,τι πίσω του απόμενε δεν ήταν<br>παρά ο απόηχος του ανηφορίσματός του μόνο<br>και του μανδύα του ο άνεμος. Μα, εκείνος,<br>έρχονται, βέβαια, έλεγε στον εαυτό του·<br>και το έλεε δυνατά κι η ηχώ ακουγόταν. Βέβαια<br>που έρχονταν, μόνο που, κι οι δυο τους,<br>φοβερά αργά περπάταγαν. Αν το μπορούσε<br>να στραφεί πίσω μια φορά (αν δεν ήταν<br>το κοίταγμα αυτό προς τα πίσω, όλης ετούτης<br>της επιχείρησης η καταστροφή, που για πρώτη, τώρα,<br>φορά, αναλαβαινόταν), δε μπορεί, θα θεωρούσε<br>τους δυο αργοπόδαρους που, σωπαίνοντας, τον ακολουθούσαν:</em></p><p><em>τον Θεό του ταξιδιού και της μακρινής αγγελίας,<br>με τον ταξιδιωτικό σκούφο πάνω απ’ τα φωτεινά του μάτια,<br>τη λεπτή βέργα του φέρνοντας μπρος απ’ το κορμί του<br>και στων ποδιών τους αρμούς φτεροκοπώντας·<br>και στο δεξί χέρι του δοσμένη: εκείνη,<br>που τόσον αγαπήθηκε, ώστε, από μια λύρα<br>πιο πολύς θρήνος έβγαινε παρ’ όσο από μοιρολογήτρες·<br>ώστε ένας κόσμος θρήνου γένηκε, όπου,<br>για μια φοράν ακόμα, εδώ ήταν όλα: δάσος και πεδιάδα<br>και δρόμος και κατοικημένος τόπος, ποταμός και χωράφι<br>και ζώο· γύρω απ’ τον κόσμο αυτό του θρήνου,<br>ολότελα όπως γύρω από την άλλη γη, ένας ήλιος<br>κι ένας σιωπηλός ουρανός έναστρος γυρνούσεν,<br>ένας ουρανός θρήνου με παραμορφωμένα αστέρια—:<br>εκείνη, που αγαπήθηκε τόσο.</em></p><p><em>Αλλ’ εκείνη, μέσα στου Θεού το χέρι, περπατούσε<br>μ’ εμποδισμένο βήμα, απ’ τις μακρές ταινίες του τάφου,<br>αβέβαια κι ήρεμη, χωρίς ανυπομονησία.<br>Ήτανε, μέσα της, σαν μια μεγάλη ελπίδα<br>και δε σκεφτόταν τον άντρα, που προπορευόταν,<br>μήτε τον δρόμο, που προς τη ζωήν ανηφορούσε.<br>Μέσα της ήτανε. Κι ο θάνατός της<br>σαν αφθονία την πλημμυρούσε. Καθώς ένας<br>καρπός από σκοτάδι και γλύκα ζυμωμένος,<br>έτσι ήτανε, γιομάτη απ’ τον μεγάλο θάνατό της,<br>που ήταν τόσο καινούριος, ώστε τίποτα, εκείνη, δεν εννοούσε.<br>Σε μια καινούρια παρθενία βρισκόταν,<br>ασυγκίνητη: το φύλο της ήτανε κλεισμένο<br>σαν ένα νεαρό άνθος, προς το βράδυ.<br>Και τα χέρια της είχαν τόσο πολύ ξεσυνηθίσει<br>τον γάμο, που και του αλαφρότατου ακόμη<br>Θεού τ’ άγγιγμα, το άπειρα καλό, που την τραβούσε,<br>σαν υπερβολική, την πείραζεν, οικειότητα.</em></p><p><em>Δεν ήταν, τώρα πια, εκείνη η ξανθιά γυναίκα,<br>που στα τραγούδια του Ποιητή, κάποτε, ηχούσε,<br>ούτε του φαρδιού κρεβατιού ήταν πια το μύρο<br>και το νησί κι ιδιοκτησία αυτού του άντρα.<br>Τώρα, ήταν πια σα μακρά κόμη ξεπλεγμένη,<br>και σαν πεσμένη βροχή, ανεπίστρεφτα δοσμένη,<br>και σαν προμήθεια πολυποίκιλη διαμοιρασμένη.</em></p><p><em>Τώρα πια ήτανε ρίζα.<br>Κι όταν, απότομα, αίφνης,<br>ο Θεός τη σταμάτησε και, με θλίψη, στο ξεφώνημά του,<br>είπε τα λόγια: «στράφηκε πίσω κι είδε» —,<br>τίποτα δεν εννόησε και, σιγά: Ποιός; είπε.</em></p><p><em>Μακριά, όμως, σκοτεινός, στην έξοδο μπροστά, που διακρινόταν<br>καθαρά, κάποιος στεκόταν, που το πρόσωπό του,<br>δυσδιάκριτο ήτανε. Στεκόταν και κοιτούσε,<br>πως στη λουρίδα πάνω, λιβαδίσιου<br>μονοπατιού, με βλέμμα που το γιόμιζεν η θλίψη,<br>ο αγγελιαφόρος Θεός, σωπαίνοντας, εβάδιζε, ακλουθώντας<br>τη σκιά, που ξανάπαιρνε κιόλας τον ίδιο εκείνο δρόμο<br>προς τα πίσω, μ’ εμποδισμένο βήμα,<br>απ’ τις κυανές ταινίες του τάφου,<br>αβέβαιη κι ήρεμη, χωρίς ανυπομονησία.<br>﻿</em><strong><em>Rainer Maria Rilke, «Ορφεύς. Ευρυδίκη. Ερμής», <br>Μετάφραση: Άρης Δικταίος, Άρης Δικταίος. 1987. Εκλογή από το ποιητικό έργο του Rainer Maria Rilke. 2η έκδ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.</em></strong></p><p><em>Στον John Lehmann</em></p><p><em>Φωτιές στην εστία! Φωτιές στους ουρανούς! Φωτιές στις καρδιές των Ανθρώπων!<br>Εγώ, που με αστραφτερό χρυσάφι με έδεσε στη γη ο Θάνατος,<br>σας χαιρετώ! Κι όμως, ο Θάνατος, μ’ όλο το βάρος του<br>σ’ ολόκληρη την πλάση, δεν εξισώνεται με την Αγάπη<br>—τη μεγάλη ευσπλαχνία για την εκπεσούσα σκόνη κι όλα τα εκπεσόντα πλάσματα,<br>ζωοδότρα όπως ο Ήλιος στο κενό στερέωμα.<br>Λάμπει σαν τη φωτιά. Ω αστραφτερό χρυσάδι της ζέστας του Ήλιου<br>της Αγάπης πάνω στους σκοτεινούς αγρούς — που κατακαίς τις σκληρές φλούδες του Θανάτου<br>ώστε τα φέρνεις όλα σε φωτιά, όλα σε θερισμό!</em></p><p><em>Κοίτα λοιπόν! Στέκομαι στο κέντρο της γης μου<br>που ήταν ο Θάνατός μου, κάτω απ’ το ζενίθ του Ήλιου μου,<br>και φέρνω έναν λόγο από το Σκοτάδι<br>ότι και ο Θάνατος σπλαχνίζεται όλη τη Φύση που έχει πέσει.<br>Γιατί όπως ο Ήλιος θάβει τις καυτές ακτίνες και τις μέρες του<br>στη γη να ωριμάσουν, έτσι και οι τρανές ακτίνες της καρδιάς<br>με τη βοήθεια του Θανάτου ωριμάζουν σε σοφία,<br>και η συγγνώμη μας είναι μεγάλη.</em></p><p><em>Όταν μέσα από τη σκοτεινιά ήρθε ο Ορφέας με το ηλιόμορφο τραγούδι του,<br>ίδιο με τις κινήσεις τ’ ουρανού, που αν και λίγο<br>να τις μιμηθούμε καταφέρναμε,<br>μες στην τυφλότητά μας, θα ίσιωνε η ζωή μας—<br>εγώ ήρθα στα χείλη του Τάφου, δεν ήξερα πως έτσι θα συναντηθούμε:<br>—Μόνο σαν να’ταν γυρισμός το δειλινό<br>του κουρασμένου εργάτη στ’ άγια χωράφια—,<br>σαν τη φωνή καλωσορίσματος, σαν το φιλί που δεν ξεχνιέται!</em></p><p><em>Εκεί που έγερνε η εποχή, εγώ με τα χρυσά μου πόδια<br>που στα χωράφια του Θανάτου βάδισαν, βαδίζω πάλι τώρα<br>στους σκοτεινούς αγρούς όπου σκορπίζουνε το σπόρο οι γεωργοί<br>σα να σκορπίζουν δάκρυα,<br>ή και αστερισμούς που κλαίνε<br>για την προχωρημένη εποχή—<br>εκεί που οι γυναίκες περπατούν σα να θρηνούν,<br>σαν ώριμο Απόγευμα, με το κεφάλι τους σκυφτό·<br>τα χρυσαφιά τους βλέφαρα, σαν πώς κυλάει ο νάρκισσος την<br>άνοιξη, υγρά από τα δάκρυά τους. Θρηνούν για τη μικρή κυρά<br>που πέρασε από τους αγρούς αυτούς<br>—τόσο μικρή, καλά καλά δεν πρόλαβε σε κότσο να της δέσει τα χρυσά μαλλιά η Περσεφόνη<br>σα στάχυ κλαδωτό… Τόσο καλή ήταν αυτή—,<br>φωνή σαν του γλυκόλαλου χελιδονιού. Τώρα ξαπλώνει στο βουβό της Μνήμα</em></p><p><em>κι εκείνες πάνε στα χωράφια μόνες. Τότε, ένας απ’ τους Νεκρούς που κείτονταν<br>κάτω απ’ τη γη, κι έμοιαζε στο λεπτό και σκοτεινό σαν το νερό<br>ομοίωμα του Όσιρι, με πρόσωπο σαν το φεγγάρι πράσινο,<br>—αυτός που κείτονταν μες στο σκοτάδι με το στάχυ<br>σα φλόγα που απ’ την καρδιά του ξεπηδάει, σαν ήχος χρυσαφένιος,<br>μου είπε: «Αν στερηθήκαμε το φως κι από τα πράγματα γυμνώσαμε τον Θεό<br>είναι για να μπορέσουμε να δούμε το φως που λάμπει<br>στο σκοτάδι, και μάθαμε ότι η φλόγα η χρυσή του σιταριού<br>μπορεί να ξεπηδήσει κι απ’ την άγονη καρδιά».</em></p><p><em>Όταν κατέβηκα απ’ τη Μητρόπολη του Σιταριού<br>είπα λοιπόν στη σκόνη τη στεγνή που σηκωνόταν γύρω μου<br>«Πεινώ σαν το λιοντάρι, τα πάντα να καταβροχθίσω,<br>ή να γενούν δικά μου… Η Αφροδίτη ήταν δυνατή όσο κι εγώ—<br>και τώρα έμεινε μια φούχτα σκόνη ξεραμένο κεχριμπάρι·<br>και τσάκισε το δόντι μου τη φλούδα, το μάγουλο το στεγνωμένο του κεχριμπαριού<br>που κράταγε τη φλόγα του σταριού. Αυτή η φλόγα έφυγε—<br>και να θυμάσαι τούτο, πως η Αγάπη, ή εγώ, αλέσαμε<br>την καρδιά σου στις μυλόπετρες του χρόνου, σαν να ’ταν στάρι».</em></p><p><em>Καθώς όμως έφυγα από τα χείλη του Τάφου, μακριά,<br>πως φεύγει η βουή του σκοτεινού αγριομελισσιού<br>τους ήχους άκουσα από τα σπίτα των Ανθρώπων,<br>και τους σκέφτηκα που χτίζουν, που μπαίνουνε σε πόλεμους,<br>που φτιάχνουν μέλι, και που σηκώνουν στέγες χρυσαφιές<br>να φυλαχτούν απ’ το Σκοτάδι.</em></p><p><em>Και είχα μάθει κάτω απ’ τη γη πως όλη η χρυσή φύση<br>αλλάζει σε καρπό ή σε χρυσό μες στο γλυκό σκοτάδι.<br>Γιατί λοιπόν να κλαίνε κείνους που ξαπλώνουνε στο σιωπηλό<br>του Μνήμα, σκορπίζοντας τα δάκρυά τους σαν τον σπόρο;<br>Η καρδιά της, αυτή η κερήθρα,<br>σαν την αρκούδα το πηχτό Σκοτάδι καταπίνει… Δείτε που όλο το χρυσάφι πάει χάθηκε!<br>Το κελί της κερήθρας εξάπλευρο… Μα νά, στα πέντε κελιά των αισθήσεων,<br>σωρεύτηκε όλο τους το χρυσάφι… Πού είναι τώρα; Μονάχα ο άνεμος του Τάφου το γνωρίζει.<br>Μα δε φοβήθηκα την παγωμένη και σταματημένη αναπνοή<br>ανάμεσα στη σκόνη… Η Αγάπη δεν αλλάζει με τον Θάνατο,<br>και τίποτα δε χάνεται, κι όλα στο τέλος γίνονται σοδειά.</em></p><p><em>Καθώς η γη βαραίνει από τον λεοντόκαρδο Ήλιο<br>όταν αυτός πια έχει γείρει, με τις καυτές ημέρες και ακτίνες του,<br>βαραίνουμε κι εμείς από τον Θάνατο, καθώς βαραίνει η γυναίκα σαν καρπίζει,<br>καθώς η φλούδα του καλαμποκιού κρατά το ωρίμασμά του,<br>και το χρυσό μελίσσι το καλοκαιρινό του βάρος…</em></p><p><em>Όμως καθώς ο βόλος του χρυσού άλλαξε σε καρπό,<br>έτσι και η Ζωή μου σηκώθηκε από τον Θάνατό μου. Μακριά μου πέταξα το μεγαλείο του Θανάτου<br>και γύρισα στα ταπεινά της Αγάπης πράγματα, να χτίζεις την εστία σου, το καθημερινό ψωμί σου να ζυμώνεις,<br>της γέννας τις φωνές, κι όλο το βάρος του φωτός<br>που το κορμί και την ψυχή μας πλάθει. Στα νιάτα γύρισα,<br>στο βουητό του θέρους που αυξαίνει μες στις φλέβες,<br>και στο γαλήνιο απόγευμα του ώριμου ανθρώπου,<br>στοιχείο πέρα απ’ τον χρόνο, ή ένα καινούριο κλίμα.</em></p><p><em>Εγώ με τους άλλους νέους που γεννηθήκαμε απ’ το σκοτάδι<br>και στο σκοτάδι επιστρέφοντας, στάθηκα στα χείλη του Τάφου<br>μαζί με κάποιον που αστράφτοντας ήρθε σαν τον αγέρα<br>για να με συναντήσει —Ορφέα με το στόμα το χρυσό,<br>εσύ— ο γεννημένος σαν τον Άδωνη από τη νιόφυτη μυρτιά, εσύ,<br>κλωνάρι από κλίμα που το ’σπασε ο άνεμος του έρωτα…<br>Στράφηκα να σε χαιρετήσω—<br>κι όταν τα χείλη σου άγγιξα, ήταν ο Ήλιος.</em></p><p><strong><em>1945<br>﻿Edith Sitwell, «Ευρυδίκη», Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά</em></strong></p><p><em>Πουλιά χωρίς φτερούγες με το θανάσιμο κεφάλι<br>είναι κόσμημα αυτών των δέντρων — βαρύ και σκληρό,</em></p><p><em>Ακίνητα κάθονται απάνω μου:<br>Το όργανό μου φλογίζει τη νύχτα σαν κόκκινη φτερούγα.</em></p><p><em>Πέρασα μακρινή οδό<br>είδα πώς θωριάζουν τα πράσινα φτερά των παπαγάλων,<br>λωρίδες των τίγριδων, ποικίλα λουλούδια στα υγρά δάση.<br>Είμαι όρθιος στη χώρα των νεκρών, μπροστά στο ξερό δάσος.</em></p><p><em>Έλα, βύθισε το χέρι σου στις χορδές και το ξύλο του οργάνου<br>θα ανθίσει στον σκοτεινό ήχο.<br>Ύστερα από πολλές νύχτες η ασπίδα του φεγγαριού<br>θα επιστρέψει την αντήχηση ψιθυρίζοντας.</em></p><p><em>Έλα, σπίτι των ονείρων, ψηλό μου σπίτι, άσπρη πέτρα<br>στον πύργο του σκοταδιού,<br>φτερούγα του ξίφους, δαχτυλίδι του καιρού,<br>η νύχτα σε κρύβει, η νύχτα σε κρύβει.<br></em><strong><em>Gregor Strniša. 1970. &quot;Τραγούδι του Ορφέα&quot;. Μετ. Marian Tavrar. Νέα Εστία τ. 88, τεύχ. 1037: 1295.</em></strong></p><p><em>Τώρα που ο Ορφέας βγάζει απ’ το λαούτο τους ήχους ασημένιους,<br>κάτι νεκρό θρηνώντας στον νυχτωμένο κήπο,<br>ποιός είσ’ εσύ που ξαποσταίνεις κάτω απ’ τα ψηλά τα δέντρα;<br>Κελαρύζει το θρήνο η φθινοπωρινή φλογέρα,<br>η γαλανή λιμνούλα,<br>σβήνοντας κάτω από πρασινίζοντα δέντρα<br>καθώς ακολουθεί τη σκιά της αδερφής·<br>αγάπη σκοτεινή<br>άγριας φύτρας,<br>που της ξεγλιστρά η μέρα πάνω σε τροχούς από χρυσάφι.<br>Ήσυχη νύχτα.</em></p><p><em>Κάτω από σκοτεινά έλατα<br>αντάλλαξαν το αίμα τους δυο λύκοι<br>μέσα σε πέτρινο αγκάλιασμα· σαν χρυσαφένιο<br>χάθηκε το σύννεφο πάνω από τη γεφυρούλα,<br>υπομονή και σιωπή των παιδικών χρόνων.<br>Στου Τρίτωνα τη λίμνη<br>τον βρίσκει ξανά το τρυφερό κουφάρι<br>που γλυκοκοιμάται στα υακίνθινα μαλλιά του.<br>Ας έσπαγε επιτέλους το παγερό κεφάλι!</em></p><p><em>Γιατί πάντοτε ακολουθεί αυτός, γαλάζιο αγρίμι,<br>μάτι που ψάχνει κάτω από δέντρα δειλινού,<br>τα σκοτεινά δρομάκια,<br>άγρυπνος και δονούμενος από μελωδίες νυχτερινές<br>και απαλή παραφροσύνη·<br>ή αντήχησε ώς πέρα των χορδών το παίξιμο<br>γεμάτο σκοτεινή έκσταση<br>στης μελητημένης τα παγωμένα πόδια<br>μέσα στην πέτρινη την πόλη.</em></p><p><strong><em>1913<br>﻿Georg Trakl, «Πάθος», Μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης</em></strong></p><p><em>…Ορφέα, κάτω από τις μυρτιές συνθέτω νοερά<br>το θαυμαστό!… Από τους αγνούς κρατήρες κυλά η φωτιά·<br>το φαλακρό βουνό σε τρόπαιο σεπτό μεταμορφώνει,<br>απ’ όπου η τρανή πράξη ενός θεού αναβλύζει.</em></p><p><em>Το θεϊκό τραγούδι γκρεμίζει το κραταιό τοπίο,<br>ο ήλιος φρίττει βλέποντας τις πέτρες να κινούνται·<br>και η αλλόκοτη πεδιάδα ζητεί ένα ιερό,<br>τείχη ψηλά κι αρμονικά από χρυσάφι αστραφτερό.</em></p><p><em>Στην άκρη του λαμπρού ουρανού ο Ορφέας τραγουδά!<br>Σκοντάφτει ο βράχος πέφτοντας κι οι πέτρες μαγεμένες<br>παραληρούν προς το κυανό απ’ το βάρος λυτρωμένες!<br>Λούζει η εσπέρα τον αναδυόμενο γυμνό σχεδόν ναό<br>κι αυτός ανασυντίθεται κι ολόχρυσος ένα γίνεται<br>με την απέραντη ψυχή στον ύμνο τον υπέροχο της λύρας!</em></p><p><strong><em>1891<br>﻿Paul Valéry, «Ορφέας», Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης</em></strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*TlNmwDPlE0kAVe2qZReqjg.jpeg" /><figcaption>Friedrich Heinrich Fuger (1751-1818), Orpheus and Eurydice in Hades</figcaption></figure><p><em>Όταν ονειρευόμαστε, οι στάσεις στην<br>ταραγμένη κι απότομη μεταμόρφωση είναι<br>πάντοτε άνοιξη και χειμώνας. Η Περσεφόνη<br>ανατέμνει τον Άδη<br>για ν’ ανακαλέσει τον αγρό, μια φωτεινότητα στην<br>πληρότητα του χειμώνα / όχι μόνο η Ε.,<br>και το φύλο της προσαρμόζεται, το<br>ζευγάρι περικυκλώνεται από άτομα του είδους του,<br>βάναυσα έξω απ’ τα λογότυπα</em></p><p><em>Κάθε βράδυ, όταν κλείνει<br>τα μάτια της, η γλώσσα κατεβαίνει στα έγκατα της γης. Εκεί,<br>από ένα ήρεμο ποτάμι, σ’ ένα<br>δάσος, το σώμα του Ορφέα<br>διαμελίζεται από έκσταση</em></p><p><em>η οθόνη που προβάλλουμε τους εαυτούς μας είναι<br>θολή σαν τα νερά. Μέσα στο<br>τύμπανο ζουν ζώα, πρόγονοι που ζευγαρώνουν κι ονειρεύονται την<br>άνοιξη και κάθε βράδυ η φωνή που<br>μαθαίνουμε γοητευμένοι από τη μητέρα<br>θρυμματίζεται από τη μέθη της συνουσίας</em></p><p><em>η Ευρυδίκη και ο Ορφέας υποδεικνύουν το Βορρά, τον πόλο, τους αστερισμούς.<br>Αυτοί διασπούν την κοινωνικότητα, τη μητρική γλώσσα, χορεύουν και πηδούν σ’ έναν κήπο, συνουσιάζονται</em></p><p><em>χθες, ένα πράσινο και παχύ φύκι στο ρεύμα ήταν κόμπρα, ντράκαρ, ένας πλόκαμος ζωικότητας, Μέδουσα, Ορφέας, Ευρυδίκη<br></em><strong><em>Chus Pato, «Αυτό που έχει σημασία», Επιμέλεια – μετάφραση: Βιβή Λάζου</em></strong></p><p><em>Και τώρα τι θα κάνεις, Ορφέα, εδώ, στην άβυσσό σου,<br>αν είναι πιο βαθιά από το βασίλειο<br>που δίνει στα χέρια της Ευρυδίκης λευκότητα<br>σεληνιακή κι αλλότρια.</em></p><p><em>Θα τη ζητήσεις από το θεό<br>όπως ζητάει ο ζητιάνος την κόρα του ψωμιού,<br>ή μήπως ένα νόμισμα<br>για να ξαναφτάσεις το πλοίο των<br>νεκρών;</em></p><p><em>Τι θ’ απογίνεις όταν η λύρα σου<br>θα βάλει στο χορό τους κρίνους και τους<br>αστερισμούς,<br>αλλά η αγαπημένη σου Ευρυδίκη<br>δε θα ξέρει πως για κείνη<br>ο ουρανός είναι το μισό από ένα ρόδι<br>και πως το άλλο, που γυρνάει, ο λειμώνας<br>ο ατέλειωτος;</em></p><p><em>Τι θ’ απογίνεις; Θα τραγουδάς μονάχος<br>αγνός σαν έφηβος, ή<br>άγριο ζώο στον κήπο θα ξαναγίνεις, μήπως<br>ο αγριόχοιρός σου και ο Άδωνις; Ω, πατέρα της αβύσσου,<br>αν μια λάμψη μάς τυφλώνει, άφησε τουλάχιστον<br>να κυλάει το δικό μας τραγούδι κι η δική μας η λύρα<br>πες, επιτέλους, Ευρυδίκη, και μέχρι<br>τη Λέσβο<br>Ευρυδίκη, Ευρυδίκη, Ευρυδίκη…<br></em><strong><em>Giovanni Quessep, «ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΡΦΕΑ», Επιμέλεια – μετάφραση: Βιβή Λάζου</em></strong></p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=9276ef390461" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Social Media: Ο μύθος της ουδετερότητας του μέσου, ο εκδημοκρατισμός και η ανθρωποφαγία]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/social-media-%CE%BF-%CE%BC%CF%8D%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%BF%CF%85-%CE%BF-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-a6f7a88b3a57?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/a6f7a88b3a57</guid>
            <category><![CDATA[technology]]></category>
            <category><![CDATA[social-media]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 29 Oct 2024 22:18:38 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-29T22:18:38.133Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*28CKAyhcudI0OIzxTfwIjA.jpeg" /><figcaption>«Δεν υπάρχει φυσικά κανείς λόγος για να μοιάζει ο νέος ολοκληρωτισμός με τον παλιό. Οι κυβερνήσεις με τα ρόπαλα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, με τους τεχνητούς λοιμούς, τις μαζικές φυλακίσεις και εκτοπίσεις δεν είναι μόνο απάνθρωπες (γεγονός που σήμερα δεν ενδιαφέρει κανέναν), αλλά και αναποτελεσματικές - και στον αιώνα της τεχνολογίας, η αναποτελεσματικότητα είναι ιεροσυλία»<br> Aldous Huxley, Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος (1932)</figcaption></figure><p><strong>Ο Μύθος της Τεχνολογικής Ουδετερότητας<br></strong>Καθώς οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες επεκτείνονται με ραγδαία ταχύτητα και διαχέονται σχεδόν στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, και καθώς συνδιαλεγόμαστε με όρους καθημερινότητας μαζί τους, πολλές φορές ξεχνάμε πως ήταν η ζωή πριν από αυτές και, συστοίχως, αδυνατούμε να φανταστούμε μια ζωή δίχως αυτές. Messenger, WhatsApp, Youtube, Twitter, Facebook, Instagram, Spotify, Tinder, Tik Tok αποτελούν μονάχα μια μερίδα των διαδικτυακών υπηρεσιών, τις οποίες μετέρχεται ο σύγχρονος άνθρωπος σχεδόν σε καθημερινή βάση, και συνάμα αποτελούν την εκκωφαντικότερη παραδοχή πως η σχέση μας με την τεχνολογία δεν είναι μονάχα εργαλειακή, μα άκρως διαπλαστική, καθώς η συστηματική αλληλεπίδραση μαζί της, σταδιακά σφυρηλατεί μια νέα θέαση τόσο του έξω, όσο και του έσω κόσμου μας. Την ως άνω διαπίστωση επάγεται μια δεύτερη, εξίσου σημαντική, πως τα τεχνικά μέσα δεν φέρουν το πολυπόθητο πρόσημο της ουδετερότητας που πολλοί θιασώτες τους σπεύδουν να προπαγανδίσουν με την απλοϊκή σκέψη ή, εντέχνως και επιμελώς, απλοϊκή παραδοχή, πως “το μαχαίρι στα χέρια του εγκληματία σκοτώνει· στα χέρια του μάγειρα κόβει το ψωμί”, με σκοπό να τονίσουν πως σημασία έχει ο τρόπος που χρησιμοποιείται το μέσο και όχι το μέσο αυτό καθαυτό. Η τεχνολογία, πράγματι, μπορεί να φέρει τον μανδύα της ουδετερότητας, για όλους εμάς που την χρησιμοποιούμε καθημερινά και στεκόμαστε στο μπροστινό μέρος της οθόνης, μα αυτό δεν ισχύει και για εκείνους που στέκονται πίσω από αυτήν. Τα τεχνικά μέσα βάσει της δομικής τους συγκρότησης και του τεχνολογικού σχεδιασμού τους εγγράφουν πολιτικές, απεκδυόμενα από τα κατασκευαστικά τους σπάργανα ακόμη, τον ιδεολογικά αχρωμάτιστο χαρακτήρα τους. Εκεί ακριβώς έγκειται και η πολιτική χροιά τους· στην ικανότητά τους να διαρθρώνουν έναν κόσμο, και όχι κάποιον άλλον, επί τη βάσει συγκεκριμένων αντιλήψεων, που λαμβάνουν υλικοτεχνική υπόσταση κατά την κατασκευή τους, ωθώντας ακολούθως και τους χρήστες αυτών των μέσων να συμπεριφερθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Συνεπώς, οι τεχνολογίες που μας περιβάλλουν -κάθε άλλο παρά αξιακά ουδέτερες- καθίστανται πολιτικοί δρώντες, ασκώντας μια απρόσωπη και αδιόρατη μορφή εξουσίας, μια μικροφυσική της εξουσίας κατά Φουκώ, που -στην πλειονότητα των περιπτώσεων- εξαιτίας της καθημερινής διαλεκτικής μας μαζί τους, περνά απαρατήρητη. <br><strong>Η Τεχνοπολιτική της Πλατφόρμας</strong></p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/748/1*UegkiVMh1aYFY0dgSl97PQ.jpeg" /><figcaption>«Always Staring At Your Phone, There&#39;s Nobody In There With A Life Worth Living. Nobody In There That Isn&#39;t Wishing. They Were Just An Empty Shell With No Substance, No Purpose, Another For The Circus. Direction, Connection, Got Another Mention. What Does It Means? We&#39;re All Machines», <br>Tender, Machine (2017)</figcaption></figure><p>Οι ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν, ίσως, την πιο πρόδηλη -έως τώρα- έκφραση “τεχνοπολιτικής” στα σύγχρονα ψηφιακά περιβάλλοντα, καθώς βρίσκονται στον πυρήνα των περισσοτέρων μέσων κοινωνικής δικτύωσης και εφαρμογών, προσφέροντας μια ευρεία γκάμα διαδικτυακών υπηρεσιών, οι οποίες επιτρέπουν ακολούθως στους χρήστες την επίτευξη ενός ευρέος συνόλου στόχων παρέχοντας παντός είδους διευκολύνσεις. Εάν έπρεπε να περιοριστούμε σ&#39; έναν στενό ορισμό, θα λέγαμε πως οι πλατφόρμες αποτελούν λειτουργικές μονάδες λογισμικού διαθέσιμες στο διαδίκτυο, που ενεργούν ως πύλη για διαφορετικούς τύπους πληροφοριών και που διαθέτουν εφαρμογές (applications), οι οποίες συγκεντρώνουν περιεχόμενο (content), το οποίο στις πλείστες των περιπτώσεων παράγεται από τους ίδιους τους χρήστες (users). Οι σχεδιαστικές τους προδιαγραφές εξασφαλίζουν την εξατομικευμένη συμμετοχή και την ενεργό δράση μεγάλου πλήθους ατομικών προφίλ, τα οποία δραστηριοποιούνται εντός των πλαισίων που ορίζει η αρχιτεκτονική δόμηση της εκάστοτε πλατφόρμας. Η πληθώρα των εξατομικευμένων προφίλ των χρηστών προϋποθέτει και συνεπάγεται τις μεγάλες βάσεις δεδομένων (Big Data), που τροφοδοτούνται μέσω των καθημερινών αλληλεπιδράσεων των χρηστών τόσο μεταξύ τους όσο και με το ψηφιακό τους περιβάλλον (π.χ. αναρτώντας μια φωτογραφία, δηλώνοντας την τοποθεσία τους ή αναδημοσιεύοντας μία ανάρτηση). Ακολούθως, οι εταιρείες που παρέχουν τις πλατφόρμες δικτύωσης αναλύουν με βάση εξελιγμένους -και διαρκώς εξελισσόμενους- αλγόριθμους τα δεδομένα που έχουν συλλέξει από τους χρήστες με σκοπό την δημιουργία εξατομικευμένων καταναλωτικών προφίλ, βασισμένα στην συμπεριφορά και τις επιλογές που έχουν φανερώσει τα ψηφιακά χνάρια που έχουν αφήσει πίσω τους οι χρήστες. Αυτός είναι και ο λόγος, που στην πλειονότητα των περιπτώσεων η εγγραφή σε μια πλατφόρμα δεν απαιτεί συνδρομή, καθώς η κύρια πηγή εσόδων της προέρχεται από τις διαφημίσεις και την πώληση των δεδομένων -τόσο των χρηστών όσο και συνδεδεμένων υπηρεσιών με την εν λόγω πλατφόρμα- σε εταιρείες μάρκετινγκ. Συνεπώς, οι ψηφιακές εταιρείες προκειμένου να συλλέξουν δεδομένα και, ακολούθως, να εξασφαλίσουν την χρηματοδότησή τους, ερείδονται στην μη αμειβόμενη εργασία των χρηστών τους, και στο περιεχόμενο που θα παράγουν εκείνοι μέσω της καθημερινής χρήσης των υπηρεσιών τους. Η τεχνοπολιτική που συγκροτεί τις ψηφιακές πλατφόρμες, θα μπορούσε να κατανοηθεί καλύτερα επί τη βάσει της λογικής της αποδιαμεσολάβησης που διέπει τον πυρήνα της λειτουργίας τους.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*7dMKuS3Z0VJ3Kb9Qql06jg.jpeg" /></figure><p>Οι εταιρείες αυτές διατείνονται πως αποτελούν την έκφραση της απόλυτης ελευθερίας, παρέχοντας στους χρήστες τους την μοναδική δυνατότητα της απευθείας χρήσης υπηρεσιών, δίχως την ανάγκη ύπαρξης μεσαζόντων και μάλιστα άνευ κόστους! Αυτό που ωστόσο το εν λόγω αφήγημα της ανοιχτότητας και της χειραφέτησης σκοπίμως αποκρύπτει, είναι πως ενόσω αυτές οι εταιρείες πράγματι καταργούν τους προϋπάρχοντες μεσάζοντες, καθιερώνουν νέες μορφές διαμεσολάβησης. Από την στιγμή που η αρχιτεκτονική δομή της πλατφόρμας είναι τέτοια που επιτρέπει την αλληλεπίδραση, δύο ή περισσοτέρων ομάδων, καθίσταται πλέον εκείνη ο μεσάζων που συνδέει μια πληθώρα χρηστών: πελάτες, διαφημιστές, παρόχους υπηρεσιών κ.ο.κ. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι εταιρείες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω της υλικοτεχνικής υποδομής μιας πλατφόρμας, κατορθώνουν να συγκροτήσουν δομές κλειστές μα συνάμα ανοιχτές, συγκεντρωτικές και την ίδια στιγμή αποκεντρωμένες, συνιστώντας έτσι ισχυρούς τεχνοπολιτικούς δρώντες που μπορούν από απόσταση να διοικούν τους χρήστες, ολοποιώντας και εξατομικεύοντας την ίδια στιγμή.</p><h3>Πλατφόρμες Εκδημοκρατισμού ή Ψηφιακές Ρωμαϊκές Αρένες;</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*fARZOnzU98mzqABKTqFLLg.jpeg" /><figcaption>«Δώστε του όλες τις οικονομικές ικανοποιήσεις, για να μην έχει τι άλλο να κάνει παρά να κοιμάται, να καταβροχθίζει μπριός και να πασχίζει να επιμηκύνει την παγκόσμια ιστορία, παραφορτώστε τον με όλα τα αγαθά της γης και βυθίστε τον στην ευτυχία μέχρι τις ρίζες των μαλλιών του: μικρές μπουρμπουλήθρες θα σκάζουν στην επιφάνεια αυτής της ευτυχίας, όπως στην επιφάνεια του νερού» <br> Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Σημειώσεις Από Το Υπόγειο</figcaption></figure><p>Και ενώ πολλοί θιασώτες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τεχνοοπτιμιστές διατείνονται πως τα νέα μέσα έχουν αποτελέσει πεδίο εκδημοκρατισμού του δημόσιου λόγου η αναντίρρητη διαπλαστική ικανότητα του μέσου έρχεται να αποδείξει πως το νόμισμα έχει πάντοτε δύο πλευρές. Πράγματι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήρθαν να άρουν την πρωτοκαθεδρία των παραδοσιακών μέσων, τα οποία παρείχαν περιορισμένη πρόσβαση στους πολίτες. Πλέον, καθένας και κάθε μία πολίτης έχει την δυνατότητα άρθρωσης δημόσιου λόγου με το πάτημα ενός κουμπιού μέσω ενός προσωπικού λογαριασμού σε μία από τις δημοφιλέστερες πλατφόρμες δικτύωσης, γεγονός που έχει αναμφίβολα βοηθήσει στον εκδημοκρατισμό της δημόσιας σφαίρας και στον πλουραλισμό των απόψεων που φθάνουν στο φως της δημοσιότητας. Μην ξεχνάμε άλλωστε πόσες κακοποιήσεις ζώων, για παράδειγμα, δεν θα είχαν γίνει ποτέ γνωστές εάν δεν υπήρχαν πολίτες που απαθανατίζοντας και αναρτώντας τις καταδικαστέες αυτές συμπεριφορές δεν τις αποκάλυπταν σε ευρεία κλίμακα. Αλησμόνητο δε, παραμένει και το περιστατικό με τον αδικοχαμένο Αντώνη, ο οποίος πετάχθηκε στην θάλασσα εν ψυχρώ από τους λιμενικούς στον Πειραιά τον Σεπτέμβρη του 2023. Επιβαίνοντες στο πλοίο που απέπλεε εκείνη την στιγμή απαθανάτισαν το σπρώξιμο του άτυχου νεαρού τραβώντας βίντεο με τα κινητά τους τηλέφωνα και αναρτώντας το ακολούθως στους προσωπικούς τους λογαριασμούς αποκαλύπτοντας την εγκληματική ενέργεια των λιμενικών. Πράγματι, λοιπόν, τα νέα ψηφιακά μέσα έχουν εκδημοκρατίσει την δημόσια σφαίρα παρέχοντας την δυνατότητα δημοσιολογίας σε απλούς πολίτες που δεν διαθέτουν διασυνδέσεις σε μεγάλους συστημικούς μιντιακούς οργανισμούς, ενώ συνάμα έχουν διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στην αποκάλυψη υποθέσεων που το πιθανότερο είναι να είχαν συγκαλυφθεί ή παραμείνει στην αφάνεια εάν αυτά τα νέα μέσα δεν υπήρχαν. Αυτή, όμως, η ευρεία συμμετοχή στον δημόσιο λόγο μέσω της δημιουργίας ενός ατομικού προφίλ σε κάποιο ή κάποια δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει και την σκοτεινή της πλευρά· μια πλευρά που -αν και από άλλη σκοπιά- είχε ήδη διαβλέψει ο Αλέξης Ντε Τοκβίλ γράφοντας για την τυραννία της πλειοψηφίας, παρατηρώντας την νεοσυσταθείσα δημοκρατία της Αμερικής.</p><p>Δύο μόλις μήνες έχουν περάσει από την φιλονικία που εκκίνησε με αφορμή την λογοτεχνική αξία του Καραγάτση, και ελάχιστος καιρός -ούτε εβδομάδα- από την θηριώδη -εσκεμμένη ή μη- παραπληροφόρηση που αφορούσε την διαφυλική Αλγερινή πυγμάχο· παραπληροφόρηση που αποτέλεσε αφορμή για μία νέα διαμάχη, έναν νέο κύκλο δυναμικής ανατροφοδότησης ετερόκλητων απόψεων που, στο πέρας της ημέρας, αβέβαιο παραμένει εάν συσκότισαν ή διαύγασαν το τοπίο, εάν εισέφεραν στον γόνιμο διάλογο ή στον κακώς εννοούμενο οπαδισμό. Και μάλλον, κατά συντριπτική πλειονότητα, εισφέρουν πάντα στον τελευταίο. Πολλές φορές διατυπώνεται η άποψη πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν διαφέρουν και πολύ από τα καφενεία ή τις γειτονιές όπου οι άνθρωποι συναθροίζονταν και αντάλλασσαν απόψεις επί παντός του επιστητού. Ελλοχεύει όμως μεγάλες παγίδες η ταύτιση της online πραγματικότητας με την offline. Πρωτίστως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -και εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη φορά η διαπλαστική δύναμη του μέσου- εξαιτίας των φρενήρων ρυθμών δημοσιεύσεων και αναδημοσιεύσεων, καθιστούν την είδηση, το γεγονός ή την άποψη ευρέως γνωστή σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα· πράγμα που δεν θα μπορούσε να συμβεί σε μια είδηση που αναπαράγεται σε μια γειτονιά ή ένα καφενείο από στόμα σε στόμα. Δευτερευόντως, η διαμεσολαβούμενη επικοινωνία που συντελείται διαμέσου του μέσου (medium), παρέχει αφενός την εκμηδένιση των αποστάσεων και άρα την διασύνδεση ανθρώπων που πιθανώς ποτέ δεν θα έρχονταν σε επαφή δια ζώσης, και αφετέρου την δυνατότητα της πλήρους ανωνυμίας του χρήστη. Όπερ σημαίνει πως τα όσα ξεστομίζονται από ένα ανώνυμο προφίλ και τα όσα λέγονται με ονοματεπώνυμο και φυσική παρουσία σε ένα καφενείο ή μία γειτονιά φιλτράρονται από το υποκείμενο που παράγει λόγο, εντελώς διαφορετικά και, ακολούθως, εγείρουν και εντελώς διαφορετικές αντιδράσεις. Έτσι, την ίδια στιγμή που η δημόσια σφαίρα εμπλουτίζεται με ποικιλόμορφες απόψεις, την ίδια, ακριβώς, στιγμή μετατρέπεται σε ρωμαϊκή αρένα όπου οι φέροντες την μία άποψη κατασπαράζονται από τους φέροντες την άλλη άποψη και τανάπαλιν.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/727/1*_y39GA8uSHLF7slVZi9aKA.jpeg" /><figcaption>«Μας φτάνει να μιλήσουμε<br> απλά<br> όπως πεινάει κανείς απλά<br> όπως αγαπάει<br> όπως πεθαίνουμε<br> απλά»<br> Τάσος Λειβαδίτης, Απλή Κουβέντα</figcaption></figure><p>Ίσως, τελικά και να είχε δίκιο ο Hobbes, ίσως ο άνθρωπος για τον άνθρωπο να είναι, πράγματι, είναι λύκος. Ίσως απλά έχουμε μια ενδιάθετη δυσανεξία στον διαφορετικό άλλο· στην αλλότρια γνώμη από την δική μας. Ίσως πάλι να έχουμε υποτιμήσει την σημαντικότερη διάσταση που περιβάλλει το ζήτημα της χρήσης των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, εκείνη της διαπλαστικής ικανότητας που διαθέτουν τα νέα τεχνικά μέσα να επανερμηνεύουν τόσο την πραγματικότητα όσο και τον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών δεσμών και την αντίληψη που έχουμε για τους εαυτούς μας. Η αποκεντρωμένη αρχιτεκτονική των δικτύων καθώς και η άσκηση εξουσίας εξ αποστάσεως συμβάλλουν στην ανάδυση μιας ασταθούς και ευμετάβλητης θέασης τόσο της κοινωνίας και των ανθρωπίνων σχέσεων όσο και της ίδιας μας της ταυτότητας. Και τούτο είναι το κομβικό σημείο που οφείλουμε να αναμετρηθούμε τόσο με την πολιτική όσο και με την ατομική μας ιδιότητα, αναλογιζόμενοι εάν στον βωμό των τεχνολογικών (δια)μεσολαβήσεων/διευκολύνσεων είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε ελευθερίες, δικαιώματα και αξίες που κερδήθηκαν με αγώνες ετών.</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=a6f7a88b3a57" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Gentrification: Μήπως η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού παραβάρυνε;]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/gentrification-%CE%BC%CE%AE%CF%80%CF%89%CF%82-%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC-%CE%B2%CE%B9%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%81%CF%85%CE%BD%CE%B5-5af2d171b9af?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/5af2d171b9af</guid>
            <category><![CDATA[urbanism]]></category>
            <category><![CDATA[architecture]]></category>
            <category><![CDATA[gentrification]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 29 Oct 2024 21:49:48 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-29T21:49:48.431Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*YEJgUAGWEyF4jKQElKBRRA.jpeg" /><figcaption>«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε,<br>ίσως, μακριά. Αλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι»<br>Τάσος Λειβαδίτης, «Η Σκάλα»</figcaption></figure><p>Η όψη του κέντρου της Αθήνας έχει αλλάξει ριζικά τις τελευταίες δεκαετίες τόσο με τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των μόνιμων κατοίκων και τον συνακόλουθο συνωστισμό, όσο και με την «επέλαση» των τουριστών που μοιάζει πλέον να μην είναι μονάχα εποχικό φαινόμενο, σαν σε μία χειμερινή βόλτα στα Εξάρχεια, συναντά κανείς ουκ ολίγους τουρίστες και τουρίστριες να τριγυρνούν ή και να διαμένουν εκεί για μήνες μέσω της δυνατότητας που δίνει πλέον το φαινόμενο της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb). Παράλληλα, μετασχηματίζεται άρδην και ο επιχειρηματικός και οικονομικός προσανατολισμός του άστεως, συμπλέοντας κι εκείνος με την άκρατη τουριστικοποίηση της πόλεως, με την κύρια οικονομική δραστηριότητα να περνά μέσα από τον τριτογενή τομέα της παροχής υπηρεσιών: εναλλακτικές καφετέριες, bars, και Airbnb.</p><h3>Gentrification: ελληνιστί «Εξευγενισμός»</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*mal2sO7pwBr2LeRtMa7Uxw.jpeg" /></figure><p>Τούτος ο μετασχηματισμός που λαμβάνει χώρα τα τελευταία χρόνια στο αθηναϊκό κέντρο καλείται «εξευγενισμός» (gentrification) των αθηναϊκών γειτονιών και ουσιαστικά πρόκειται για τις χωρικές και κοινωνικές διαδικασίες αναδιάρθρωσης υποβαθμισμένων περιοχών της πόλης. Με την εξέλιξη της διαδικασίας, οι παλαιότεροι και ασθενέστεροι -οικονομικά και πολιτικά- πληθυσμοί εκτοπίζονται και την θέση τους καταλαμβάνουν μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ταυτοχρόνως, οι τιμές της γης λαμβάνουν την ανιούσα δημιουργώντας υπεραξίες, κυρίως μέσω της διαμόρφωσης του χάσματος γαιοπροσόδου. Το τελευταίο αναφέρεται στην διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και την δυνητική γαιοπρόσοδο και αντικατοπτρίζει τις υπεραξίες που διαμορφώνονται στην αγορά γης μιας περιοχής όπου εμφανίζονται τάσεις «εξευγενισμού». Όταν συντελείται αυτή η διαδικασία, το αστικό τοπίο της περιοχής συστοίχως μεταβάλλεται, καθώς επιβάλλονται οι αισθητικές προτιμήσεις των νέων κατοίκων, και ταυτοχρόνως οι χρήσεις της γης αλλάζουν, με την επικράτηση αναβαθμισμένων και επικερδέστερων χρήσεων που εξυπηρετούν και ενισχύουν την κατανάλωση τόσο των νέων κατοίκων όσο και των νέων χρηστών της γειτονιάς.</p><p>Ο «εξευγενισμός» της Αθήνας τα τελευταία χρόνια δημιουργεί μια νέα αστική πραγματικότητα που επηρεάζει τόσο την ζωή των κατοίκων όσο και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε από την Ελληνική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων (ΓΣΕΒΕΕ). Την μελέτη εκπόνησε η αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Όλγα Μπαλαούρα, και εκεί επισημαίνεται πως το ραγδαία μεταβαλλόμενο αστικό περιβάλλον της Αθήνας αποτελεί απότοκο της οικονομικής κρίσης, η οποία αρχικά άνοιξε τον δρόμο για την υποτίμηση των ακινήτων και έπειτα για την εισροή επενδύσεων σε ακίνητα με στόχο την κάλυψη μιας συνεχώς αυξανόμενης τουριστικής ζήτησης. Αυτό, σύμφωνα με την μελέτη, οδήγησε στην αύξηση των τιμών των ακινήτων, στην εκτόξευση των ενοικίων στα ύψη και στην «αναγκαστική» μετακίνηση κατοίκων και επιχειρήσεων, καθώς το κέντρο της πόλης μετατρέπεται σε ένα οιονεί «θεματικό πάρκο». Ταυτοχρόνως, η εικόνα και το ύφος της Αθήνας μεταβάλλεται, καθώς τα κτίρια και η λειτουργικότητα των πόλεων επικεντρώνονται πλέον στην κατανάλωση, τον τουρισμό και την διασκέδαση, με γνώμονα τις ιδιωτικές επενδύσεις σε ακίνητα και έργα που σχετίζονται με τον τουρισμό και τις δημόσιες πολιτικές που διευκολύνουν τέτοιες επενδύσεις.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*8D8Euxmtl5dKW4q0kGaK7A.jpeg" /></figure><p>Μία από τις κύριες ενδείξεις του «<em>εξευγενισμού</em>» της Αθήνας είναι το έντονο στεγαστικό πρόβλημα που δημιουργείται, σε μεγάλο βαθμό, από τον αυξανόμενο αριθμό των αγορασθέντων ακινήτων που μετατρέπονται σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ενδεικτικά, σύμφωνα με μελέτη της GBR Consulting, 71 νέα ξενοδοχεία άνοιξαν στην Αθήνα την περίοδο 2017-2022 -χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι μονάδες τύπου Airbnb.</p><p>Μετά την οικονομική κρίση, πολλοί Έλληνες επέλεξαν να νοικιάσουν τα ακίνητά τους ως Airbnbs για να εξασφαλίσουν υψηλότερο εισόδημα, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής ζήτησης όπως το κέντρο της Αθήνας και το Κουκάκι, γεγονός που οδήγησε τα ενοίκια στα ύψη. Το 2019, οι τιμές πώλησης κατοικιών στο Κουκάκι αυξήθηκαν κατά 93% και τα ενοίκια κατά 58,5% από το 2016 έως το 2018, αποτέλεσμα της έκρηξης των Airbnb κατοικιών. Ορισμένες γειτονιές όπως εκείνη του Ψυρρή εξελίσσονται πλέον σε αποκλειστικά τουριστικές περιοχές με τους περισσότερους αγοραστές να επενδύουν σε βραχυχρόνιες ενοικιάσεις, boutique, ξενοδοχεία και καταλύματα. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Έρευνας και Κοινωνικής Αλλαγής – Eteron, το 2022, ο αριθμός των ακινήτων που διατίθενται στο διαδίκτυο για βραχυπρόθεσμη τουριστική ενοικίαση αυξήθηκε σε 144.857 από 136.658 που ήταν πριν από την πανδημία του 2019.</p><p>Το ταχέως μετασχηματιζόμενο κέντρο της πόλης δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εδώ και δεκαετίες εξυπηρετώντας εξειδικευμένες αγορές. Η νέα αστική πραγματικότητα που επικεντρώνεται στον τουρισμό, την αναψυχή και την διασκέδαση, καθώς και η επικείμενη αύξηση των ενοικίων λόγω ζήτησης ή αλλαγής χρήσης, αναγκάζει πλέον αυτές τις επιχειρήσεις να κλείσουν. Ταυτοχρόνως, η αύξηση των πωλήσεων μέσω διαδικτύου μαζί με την είσοδο των επιχειρήσεων μεγάλων αλυσίδων, δυσκολεύει δραματικά την επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, το 2019, η οδός Ερμού – ένας από τους εμπορικότερους δρόμους της Αθήνας – ανέβηκε στη λίστα με τους πιο ακριβούς δρόμους του κόσμου στην 14η θέση από την 25η που βρισκόταν το 2016, σύμφωνα με τους κτηματομεσίτες Cushman &amp; Wakefield.<br>Τέλος, η μελέτη κλείνει επισημαίνοντας πως οι αλλαγές έρχονται να επιδεινώσουν την κρίση κόστους διαβίωσης, τις πληθωριστικές πιέσεις, την αύξηση της φορολογίας και την εκτίναξη του κόστους ενέργειας και ενοικίων που δυσκολεύουν πλέον τους κατοίκους και τις επιχειρήσεις να επιβιώσουν στην Αθήνα.</p><h3>Gentrification εν Αθήναις: Ιστορική Αναδρομή</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*pTgoIX2JlAwsC0VrwACrXw.jpeg" /><figcaption>Ωραία που ρημάζουμε, αγάπη μου<br> μέσα στην ευγένεια των ξένων<br> σαν πόλεις που σιωπούν με<br> την επέλαση του θέρους.<br> Αθανασία Δρακοπούλου, «Τετελεσμένο»</figcaption></figure><p>Στο κέντρο της Αθήνας αντίστοιχες χωρικές και κοινωνικές μεταβολές αρχίζουν να γίνονται αισθητές από την δεκαετία του 1990, με πρωταρχικό παράδειγμα «εξευγενισμού» κατοικίας στην Πλάκα. Μέσω ισχυρών κρατικών παρεμβάσεων, ο αστικός ιστός της περιοχής κηρύχθηκε διατηρητέος, κτίρια απαλλοτριώθηκαν από δημόσιες υπηρεσίες (κυρίως από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων [ΥΠΕΧΩΔΕ]) και θεσπίσθηκαν συγκεριμένοι όροι δόμησης, κυκλοφορίας και λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων. Απότοκο των ως άνω ρυθμίσεων υπήρξε ο εξοστρακισμός των ασθενέστερων νοικοκυριών που κατοικούσαν στην περιοχή μέχρι την δεκαετία του 1990, όπως και των ιδιαίτερων υποκουλτούρων (ροκ/πανκ) που είχαν αναδυθεί στην περιοχή και που φιλοξενούνταν στα ιστορικά μαγαζιά της (Tiffany’s, Skylab, Σοφίτα, Mad κ.ά.) την προηγούμενη περίοδο. Η εισροή του τουριστικού κεφαλαίου και της βιομηχανίας της διασκέδασης και της κατανάλωσης απευθύνονταν, κυρίως, στους τουρίστες, καθώς και στις ανώτερες κοινωνικές ομάδες που αγόρασαν και ανακαίνισαν σπίτια νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή.</p><p>Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 στις περιοχές του Γκαζιού και του Μεταξουργείου έλαβαν χώρα νεότερες εκφάνσεις της διαδικασίας του «εξευγενισμού» στο κέντρο της Αθήνας. Στο Γκάζι, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, άρχισαν να εμφανίζονται θεατρικές σκηνές, οι οποίες προσέλκυσαν σταδιακά την δημιουργία κάποιων μπαρ. Έπειτα, με την αποκατάσταση του εργοστασίου του Αεριόφωτος και την συνακόλουθη μετατροπή του στον πολιτιστικό χώρο «Τεχνόπολη», καθώς και με την λειτουργία του σταθμού του μετρό Κεραμεικός, η βιομηχανία της αναψυχής εισέβαλε στην γειτονιά και την μετέτρεψε σε έναν μεγάλο τόπο διασκέδασης. Οι έως τότε εγκατεστημένες οικογένειες ρομά εκτοπίστηκαν βίαια από τα χαμηλά σπίτια με τις εσωτερικές αυλές και στην θέση τους εμφανίστηκαν μπαρ και ταβέρνες.</p><p>Εν σχέσει με το Γκάζι, ο χωρικός και κοινωνικός μετασχηματισμός στην περιοχή του Μεταξουργείου ακολουθεί βραδύτερους ρυθμούς. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, κάμποσα νοικοκυριά ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, έχοντας ιδιαίτερη πληροφόρηση περί μελλοντικής αναβάθμισης της περιοχής, έσπευσαν να αγοράσουν και να ανακαινίσουν κατοικίες, προλαβαίνοντας να τοποθετηθούν στην αγορά πριν από την δημιουργία σημαντικού χάσματος γαιοπροσόδου. Παράλληλα, στην περιοχή άρχισαν να φύονται θεατρικές σκηνές, οι οποίες εν συνεχεία, με την σειρά τους, αποτέλεσαν πόλο έλξης του καλλιτεχνικού κόσμου, οι οποίοι αναζητούσαν εκεί κατοικίες. Ταυτοχρόνως, αναδύεται η μόδα της ρακής και των καφενείων, από τα τέλη της δεκαετίας του 2000, ενώ παράλληλα φύονται εστιατόρια που συγκροτούν τα μενού τους πάνω σε πιο ιδιαίτερες προτιμήσεις, όπως της μοριακής ή έθνικ κουζίνας, ενώ τα winebars συμπληρώνουν το κάδρο των νέων τρόπων και τόπων διασκέδασης που αναπτύσσονται στην περιοχή. Έτσι, τους νέους κατοίκους, τόσο τους εύπορους όσο και τους καλλιτέχνες, έρχονται να εξυπηρετήσουν νέες χρήσεις γης όπως νέα μαγαζιά με βιολογικά προϊόντα, με είδη για κατοικίδια ζώα και νέα κομμωτήρια. Απότοκα των νέων κοινωνικών και χωρικών διευθετήσεων που έλαβαν χώρα στην περιοχή του Μεταξουργείου ήταν ο εκτοπισμός των ρομά, των μεταναστών, των ηλικιωμένων ζευγαριών, μα και των νέων κατοίκων που δεν έχουν οικονομική άνεση. Εν πολλοίς και κατ’ ελάχιστον, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις «εξευγενισμού», όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην άνοδο του ενοικίου ή δεν διαθέτουν το απαραίτητο εισόδημα για την αγορά του ακινήτου, εξαναγκάζονται -με άμεσους ή έμμεσους τρόπους- να φύγουν.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*4X0b0P0wlME8yJfq6tgDJA.jpeg" /></figure><p>Ανάλογες χωροκοινωνικές διευθετήσεις λαμβάνουν, πλέον, χώρα και στις περιοχές των Πετραλώνων και των Εξαρχείων. Η παλιά λαϊκή συνοικία μετατρέπεται σε χίπστερ χώρο διασκέδασης, τα ενοίκια είναι υψηλά, ενώ τα ασθενέστερα νοικοκυριά εκτοπίζονται και αντικαθίστανται από πιο εύπορα. Παρά ταύτα στα Πετράλωνα, παλιοί και νέοι πολιτικοποιημένοι κάτοικοι, συσπειρώνονται και εναντιώνονται στον τρόπο με τον οποίο εμπορευματοποιείται ο χώρος, ιδιαίτερα όσον αφορά τους νυχτερινούς χώρους διασκέδασης.</p><p>Ερχόμενοι στο σήμερα, η μεγαλύτερη προσπάθεια «εξευγενισμού» παρατηρείται, πλέον, στα Εξάρχεια, μια περιοχή ιδιαίτερα αγαπητή σε ανθρώπους της τέχνης, του πνεύματος, της διανόησης και της πολιτικής αμφισβήτησης. Εκεί, οι χωρο-κοινωνικές δυναμικές που αναπτύσσονται προκαλούν προβληματισμό αναφορικά με την θεωρία του «εξευγενισμού», καθώς δεν ήταν ποτέ αμιγώς περιοχή κατοικίας εργατικών τάξεων, μα χαρακτηρίζεται από το σχήμα του κάθετου κοινωνικού διαχωρισμού. Στα ανύπαρκτα πλήν αστυνομοκρατούμενα πεζοδρόμια της Χαριλάου Τρικούπη και της Ιπποκράτους, συνωστίζονται σχεδόν όλον τον χρόνο τουρίστες (πρόκειται κυρίως για ψηφιακούς νομάδες που εργάζονται απομακρυσμένα και διαμένουν στις παλαιές μα ανακαινισμένες πολυκατοικίες των Εξαρχείων αξιοποιώντας την βραχυχρόνια μίσθωση, γεγονός που εκτινάσσει τις τιμές των ενοικίων), παρέα με χίπστερς και “εναλλακτικούς” νέους, σιμά των παλαιών και σαστισμένων κατοίκων της περιοχής. Όπου κι εάν στρέψεις το βλέμμα αντικρίζεις αχρείαστες κλούβες ΜΑΤ που άλλο δεν κάνουν παρά να πίνουν καφέ και να χαζεύουν τους περαστικούς, ουρές αναμονής σε συνεργατικά καφεκοπτεία ή μαγαζιά με φαλάφελ, urban τσιπουράδικα, ψαγμένα μαγαζιά με μεταχειρισμένα ρούχα, ζαχαροπλαστεία παριζιάνικης αισθητικής, καταστήματα βιολογικών προϊόντων και, φυσικά, μικρά νέα ξενοδοχεία. Εάν και η διαδικασία του «εξευγενισμού» των Εξαρχείων (όπως και της Κυψέλης και του Κουκακίου) έχει εκκινήσει καιρό τώρα, τα τελευταία δύο χρόνια, παρέα με την δημιουργία του μετρό, η παραπάνω κατάσταση έχει λάβει τα χαρακτηριστικά επέλασης ενώ η έκταση της επιμηκύνεται διαρκώς, φθάνοντας πλέον μέχρι τον Λυκαβηττό στα σύνορα με τους Αμπελόκηπους αλλά και την Αλεξάνδρας. Το κόστος διαβίωσης σε περιοχές όπως η Νεάπολη Εξαρχείων ή η Καλλιδρομίου είναι ιδιαιτέρως υψηλό και τα ενοίκια απλησίαστα με διαμερίσματα 85 τ.μ. να ενοικιάζονται προς 1.100 ευρώ τον μήνα. Η υπέρμετρη τουριστικοποίηση του κέντρου πόλης που αυξάνει ανεξέλεγκτα τις αγοραίες και μισθωτικές αξίες ακινήτων, καθιστά το δικαίωμα στην στέγη πολυτέλεια, ενισχύει τον βίαιο εκτοπισμό των κατοίκων και, εν τέλει, αλλοιώνει την ανθρωπογεωγραφία και τον χαρακτήρα της περιοχής. Τα ισραηλινά, κινέζικα και άλλα funds και real estate που έχουν αγοράσει ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα διαθέτοντάς τα για βραχυχρόνια μίσθωση τύπου airbnb και ξενοδοχεία, αποτελούν έναν από τους κυριότερους παράγοντες της σημερινής στεγαστικής κρίσης.</p><h3>There is always an alternative</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*9uFevLGo1L8So-giXrXQBQ.jpeg" /><figcaption>Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας<br> που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.<br> Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:<br> με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.<br><br> Κι αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.<br> Κωνσταντίνος Καβάφης, «Στον ίδιο χώρο»</figcaption></figure><p>Τα μόνο σταθερό πράγμα σε έναν εγγενώς ρέοντα κόσμο είναι η μεταβολή. Τόσο ο κόσμος (cosmos) όσο και οι άνθρωποι εντός του είναι οντότητες δυναμικές και έτσι εξ ορισμού σύμφυτες με την αλλαγή και την εξέλιξη. Δεν είναι, λοιπόν, αξιοπερίεργο να παρεισφρέει τούτο το αίσθημα της εξιδανίκευσης του παρελθόντος και της νοσταλγίας, ιδίως, όταν οι ρυθμοί με τους οποίους ζούμε είναι φρενήρεις και το διάστημα της θνητής ζωής μας τόσο μικρό. Από το να αξιώνουμε, όμως, να μείνουν όλα ίδια κι απαράλλαχτα μέχρι την ριζική και βίαιη μεταβολή που καθιστά τον βίο αβίωτο, υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος λύσεων που σπανίως μπαίνουν σε διαβούλευση και που παραγκωνίζονται συστηματικά στον βωμό του αλόγιστου κέρδους, διότι, ως χρόνια τώρα λέγεται, ο τουρισμός είναι η «βαριά μας βιομηχανία». Τι συμβαίνει όμως όταν τούτη η βαριά βιομηχανία αρχίζει να γίνεται ασήκωτη για μία χώρα τόσο μικρή σαν την Ελλάδα; Τι γίνεται όταν αυτή η βαριά βιομηχανία καθιστά την χώρα αφιλόξενη για τους ίδιους της τους πολίτες; Και εδώ δεν θίξαμε καν το θέμα της αισχροκέρδειας και της άκρατης τουριστικοποίησης στην νησιωτική χώρα, καθώς επικεντρωθήκαμε μονάχα στον αστικό ιστό. Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, σε μία χώρα που οι παραγωγικές της δυνάμεις είναι ανύπαρκτες και στηρίζει ολάκερη την οικονομία της στον τριτογενή τομέα παροχής υπηρεσιών, εάν εξαίφνης ένεκα ανωτέρας βίας, απαγορεύονταν οι τουριστικές μετακινήσεις; Είχαμε άλλωστε δείγματα γραφής για το τι συνέβη, λίαν προσφάτως, με την πανδημική κρίση. Η κότα μπορεί και να πάψει να κάνει χρυσά αυγά μα και τα αυγά της αυτά κάποια στιγμή να υποτιμηθούν σε χαλκό. Τουτέστιν, σε περιόδους έξαρσης του χωρικού αποκλεισμού, όπως η στεγαστική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, οφείλουμε να αποκτήσουμε, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, οξυμένη κοινωνική συνείδηση δημιουργώντας τόπους και εστίες αντίστασης. Οι δημόσιοι χώροι οφείλουν να ανασυνταχθούν ορίζοντας μια δυναμική νέα χρήση κοινωνικής και πολιτικής αφύπνισης. Οφείλουν να γίνουν τόποι αφετηρίας πολιτικών ζημώσεων και κινητοποιήσεων, συνάντησης και διαλόγου, συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Για να αναχαιτιστεί η καθημερινή πολυμέτωπη κρίση και η τουριστική επέλαση πρέπει να γεννηθούν ρηγματώσεις σε όσα ως τώρα θεωρούσαμε καλά κι ωφέλιμα μονάχα επειδή παράγουν κέρδος. Το αναπτυξιακό μοντέλο πρέπει να αλλάξει: να εξισορροπιστεί ο τουρισμός με επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές και αστική πολυλειτουργικότητα, να ενδυναμωθεί η κοινωνική, αλληλέγγυα και δημιουργική οικονομία, να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση. Γιατί ο τόπος πλάθει και πλάθεται και ένας τόπος που πλάθεται μονάχα με γνώμονα το υπερκέρδος, δεν πρόκειται ποτέ να προσφέρει τίποτε παραπάνω παρά την αντανάκλαση ενός κενότατου φανταχτερού υπερκορεσμού.</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=5af2d171b9af" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Καραγατσιάδα: «Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%BC%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%BF-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%8D-%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CE%B9-72759622b238?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/72759622b238</guid>
            <category><![CDATA[literature-review]]></category>
            <category><![CDATA[literature]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 29 Oct 2024 21:33:23 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-29T21:33:23.630Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*MyJ190nQO0YDE8IyZwSBmQ.jpeg" /><figcaption>«Όλα τα πάντα, λέει, σε τούτο τον κόσμο είναι χίμαιρα» <br>Μ. Καραγάτσης, Μεγάλη Χίμαιρα</figcaption></figure><p>Και ενώ η Καραγατσιάδα -ως ευστόχως πλέον αποκαλείται η διαδικτυακή διαμάχη για το μυθιστόρημα του Καραγάτση υπό τον τίτλο Μεγάλη Χίμαιρα- συνεχίζει να μαίνεται σαν επική ιλαροτραγωδία δίχως αυλαία, και ενώ ο “βιβλιοφιλικός”, “φιλαναγνωστικός” αλγόριθμος της Google εμμένει να προτείνει καθημερινώς νεογραφθέντα άρθρα επί του θέματος, εύλογα ερωτήματα ανακύπτουν: Μένει κάτι άλλο να γραφτεί ή να ειπωθεί; Και αλήθεια, ποιους και πόσους αφορά όλο τούτο το θερινό πανηγυράκι;</p><p>Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Καραγάτση, και συγκεκριμένα με το μήλο της έριδος, έγινε προ τετραετίας όταν, σκαλίζοντας την γονεϊκή βιβλιοθήκη, ανακάλυψα την Μεγάλη Χίμαιρα κι αποφάσισα να την διαβάσω με σκοπό να γνωρίσω ένα από τα πιο πολυακουσμένα και δημοφιλή ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας. Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης απεδείχθη, σχεδόν, μαρτυρική καθώς ένα γενικευμένο και αόριστο αίσθημα δυσθυμίας με κατέκλυζε κάθε που έπιανα το βιβλίο στα χέρια με σκοπό να το ολοκληρώσω. Όταν επιτέλους αυτό συνέβη, έμεινα να απορώ γιατί ξόδεψα τόσες ώρες ανάγνωσης σε αυτόν τον συγγραφέα και κυρίως έμεινα να απορώ γιατί ο Καραγάτσης θεωρείται (αλήθεια από ποιους και γιατί;) τόσο σπουδαίος συγγραφέας. Δεν είναι μονάχα η θέση που επιφυλάσσεται στην γυναίκα στο μυθιστόρημα. Δεν είναι μήτε και ο ακραία έμφυλος διαχωρισμός, μήτε και ο μισογυνισμός (κάτι που σε πολλά έργα της εποχής δεν έλειπε και πλέον δεν προξενεί και ιδιαίτερη εντύπωση). Είναι ζήτημα δομής του μύθου· ζήτημα γλώσσας, προβλεψιμότητας και, εν τέλει, ιλαρότητας, διότι ο Καραγάτσης ήταν ο Παπακαλιάτης πριν τον Παπακαλιάτη (μην λησμονούμε πως σχεδόν το σύνολο των μυθιστορημάτων του έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση με εξαιρετική επιτυχία), και το έργο του προϊόν δημιουργικής γραφής πριν τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Υπ’ αυτήν την έννοια, ήταν -το δίχως αλλο- πρωτοπόρος. Με εξαίρεση μονάχα την ευφυή σκηνή του νεκροταφείου προς το τέλος του βιβλίου, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι ιδιαιτέρως ελληνοκεντρική, βρίθει αχρείαστης -έως και κωμικής- αρχαιολατρίας, ενώ η πρωταγωνίστρια αν και γυναίκα σκιαγραφείται μέσα από μία άκρως ανδροκεντρική ματιά στερούμενη την ιδιοσυγκρασιακή της φωνή (πραγματικά απορώ με όσους υποστηρίζουν πως ο Καραγάτσης εισδύει στην γυναικεία ψυχοσύνθεση· εικάζω πως όσοι γράφουν κάτι ανάλογο μάλλον δεν έχουν καταφέρει ούτε εκείνοι να εισδύσουν ποτέ στην θηλυκή ιδιοσυγκρασία)· είναι μονάχα ένας αντίλαλος, μία ηχώ του συζύγου της, του Έλληνα ναυτικού, του Έλληνα τούτου Θεού, που εμφανίστηκε εμπρός της να την λυτρώσει από την βασανισμένη ανοργασμική ζωή της· μία λύτρωση που κανένας συμπατριώτης της Γάλλος δεν κατάφερε να της προσφέρει.</p><p><em>«Εσύ είσαι η άγνωστη, που την άρπαξα από τ’ ακρογιάλι της μακρινής πατρίδας και την έκανα σκλάβα μου. Εσύ, δεν έχεις λόγο να μου δώσης. Εσένα, η παλιά ζωή σου δεν υπάρχει πια. Ζωή σου τώρα είναι η ζωή μου».</em></p><p>Και παρακάτω η Μαρίνα, σαν να μην είναι βέβαια η Μαρίνα, ένας ξεχωριστός χαρακτήρας, με διαφορετικό τρόπο ομιλίας από τον Γιάννη, μα ο ίδιος ο Γιάννης:</p><p><em>«Σ’ αγαπώ. Είσαι ο θεός, που ήμουν νεκρή και μ’ ανέστησε. Ζω γιατί εσύ το θέλεις. Θα ζω μονάχα όσο εσύ το θέλεις»</em></p><p>Και όσο η περιγραφή του ειδυλλίου της ανέραστης Γαλλίδος με τον Έλληνα Θεό φαλλοφόρο συνεχίζεται τόσο πιο ιλαρή καθίσταται:</p><p><em>«Ήσουν ένας Τρίτωνας, κεντρισμένος από οχεία τυραννική. Το δέρμα σου ευώδιαζε αρμύρα αχιβάδας και ιώδιο του φυκιού. Το κορμί σου ήταν σκληρό και χρυσό, σαν τους βράχους των νησιών της πατρίδας του. Είχες μαζέψει στα σπλάχνα σου όλο αυτό τον καυτερό ήλιο. Και τον έχυσες στα σπλάχνα μου· και ζωντάνεψες τα νεκρωμένα σπλάχνα μου…»</em></p><p><em>«Έτσι προστάζει η φύση για τη γυναίκα· να ρυθμίζει τη βιοθεωρία της ανάλογα με τις εκκρίσεις των ωοθηκών της, που είναι παθητικά υποταγμένες στην κυριαρχία της συγκεκριμένης τεστοστερόνης που τις ερεθίζει»</em></p><p><em>«Έξαφνα ο θεός είδε, μέσα στο παχύ χορτάρι του ισόπεδου κάμπου, μια γυναίκα. Μια κοπέλα ξανθή, με κάτασπρο δροσερό κορμί και μάτια καταγάλανα, που ατένιζαν τα χαμηλά αργοκίνητα σύννεφα τ’ ουρανού. Κι ήταν τόσο αλλιώτικα όμορφη, που ο Έλληνας θεός αποφάσισε, γυρνώντας στη φωτεινή του πατρίδα, να την πάρει μαζί του.</em></p><p><em>—Έλα μαζί μου, όμορφη κόρη — της είπε. Έλα στην Ελλάδα…<br>[...]<br>Ήταν θεός Έλληνας, γιος του Δία του λαμπρού, που είναι ο θεός των θεών του λαού των λαών».</em></p><p>Ανδροκεντρική, και σε πλείστα σημεία ιλαρή, προσέγγιση ως προς την γυναικεία σεξουαλικότητα είχε και ο αείμνηστος Ανδρέας Εμπειρίκος στον Μέγα Ανατολικό, αλλά εκεί σε κεδρίζει η γλώσσα ως σκευή μορφής και περιεχομένου ταυτοχρόνως. Αντιθέτως, ο Καραγάτσης δεν διαθέτει μήτε κι αυτό σαν η γλώσσα του δεν έχει τίποτε ιδιαίτερο να εισφέρει στην νεοελληνική λογοτεχνία· δεν είναι Σκαρίμπας, Εμπειρίκος ή Παπαδιαμάντης. Δεν είναι καν Ψυχάρης ή Καζαντζάκης. <br>Ως προς την δομή του μύθου, καθόλα συνηθισμένος κι εκεί με το κουαρτέτο ύβρις, άτις, νέμεσις και τίσις να καθιστά το grande finale προβλέψιμο από τα μισά του αναγνώσματος.</p><p>Η εικόνα της γυναίκας στο έργο του Καραγάτση, δεν είναι εκείνη της Παναγίας, της Παρθένου Μαρίας, μα εκείνη που εντέχνως φρόντισε να ποινικοποιήσει κάθε εξουσία και πρώτη από όλες η θρησκευτική. Και όσο κι αν στον Πραματευτή του Γρυπάρη ή στην Νοσταλγό του Παπαδιαμάντη, συναντάμε την εικόνα της πλανεύτρας, δεν μπορούμε να κακιώσουμε σαν η λογοτεχνική τους αξία μα και ο τρόπος που διαρθρώνεται ο μύθος απέχει παρασάγγας από τον τρόπο του Καραγάτση. Στην Μεγάλη Χίμαιρα η γυναίκα είναι η πονηρή, φιλήδονη και έκπτωτη Εύα που κέρασε το μήλο στον αθώο Αδάμ καταδικάζοντάς τον στο προπατορικό αμάρτημα. Είναι η Λίλιθ, η μάγισσα, η νύμφη που αποπλανεί, καταστρέφει και καταστρέφεται τιμωρούμενη για την ακολασία της. Ξυλοκοπούμενη και τιμωρούμενη μέχρι και με θάνατο.</p><p>«… πηγαίνει στον Παρθενώνα να προσκυνήσει τους θεούς που της επέβαλε η μοίρα και η νοημοσύνη. Είναι όμορφη – και το ξέρει. Παράξενα και ξωτικά όμορφη για τους Αθηναίους, που ξαπλωμένοι στα μαρμάρινα σκαλιά σταμάτησαν την πολιτική τους συζήτηση, για να την καμαρώσουν. Εκείνη, σαν γυναίκα πονηρή, καμώνεται πως δεν βλέπει το θαυμασμό στα μάτια των αντρών. Σιγανεβαίνει τα σκαλοπάτια πολύ αξιόπρεπα, με τα βλέφαρα τάχα σεμνά χαμηλωμένα»</p><p>Ενώ μία άγρια σκηνή ξυλοδαρμού της Μαρίνας έχει ως εξής:</p><p><em>«Κι όταν ένιωσε πως αυτός και το μίσος γίνηκαν ένα, τότε της είπε με μια φωνή πνιχτή:</em></p><p><em>— Πουτάνα!</em></p><p><em>Την άρπαξε απ’ τον ώμο, την έσπρωξε στην άλλη άκρη της κουζίνας, έκλεισε την πόρτα και στάθηκε. Εκείνη κρατήθηκε από το τραπέζι να μην πέσει, τόσο δυνατά την είχε σπρώξει. Δεν μίλησε. Δέχτηκε τη βρισιά ατάραχη. Και πάλι στεκόταν ντούρα, προκλητική, περιμένοντας. Μ’ ένα πήδημα χίμηξε απάνω της και άρχισε να τη χτυπάει στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στο στήθος, στη ράχη. Το μίσος έδωσε δύναμη υπεράνθρωπη στα χέρια του. Χτυπούσε, χτυπούσε, χτυπούσε. Τα χτυπήματα ηχούσαν υπόκωφα, μουγκά στο ηχείο του κορμιού της. Τα δεχόταν δίχως μια φωνή, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Είχε κλείσει τα μάτια, είχε μισανοίξει τα χείλη. Στη μορφή της είχε χυθεί η ύπουλη εκείνη έκφραση, που κυμαίνεται ανάμεσα σε οδύνη κι ηδονή. Ένα πιο δυνατό χτύπημα στο μηλίγγι τη ζάλισε. Λύγισαν τα πόδια της, έπεσε γονατιστή.</em></p><p><em>Σταμάτησε να την χτυπάει· την κοίταζε κι ανάσαινε βαριά. Τότε εκείνη, καθώς ήταν γονατιστή, του αγκάλιασε σφιχτά τα γόνατα, ακούμπησε το κεφάλι της στα μεριά του και χαϊδεύτηκε σα γάτα.<br>Τώρα ξέρω πως μ’ αγαπάς, μουρμούρισε»</em></p><p>Εδώ η χρήση βίας και η υποταγή ταυτίζεται με την ηδονή και ακόμη πιο εξωφρενικά ταυτίζεται με την αγάπη. Κανένα πρόβλημα εάν διαβάζαμε ερωτική σαζομαζοχιστική λογοτεχνία μα εάν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος ο Καραγάτσης δεν εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα ως ο Έλληνας Μαρκήσιος ντε Σαντ. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει στην ανάγνωση της ως άνω σκηνής: ποια γυναίκα, ποιος άνδρας, ποιος άνθρωπος, θα ξυλοκοπηθεί με τέτοια βαναυσότητα, ως περιγράφει ο συγγραφέας, και έπειτα θα χαϊδεύεται στα πόδια του βασανιστή σαν γάτα, ως χαρακτηριστικά αναφέρει; Να ενημερώσουμε εδώ πως και μία γάτα να κλωτσούσε (όχι να την έδερνε με τέτοια βιαιότητα όπως περιγράφεται) δεν θα ερχόταν να χαϊδευτεί στο πόδι που την κλώτσησε. Θα φοβόταν. Θα κρυβόταν.</p><h3>Ποιοι δικαιούνται να ομιλούν;</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/768/1*Rv7GJg6Ct2aKyd2eRYUODw.jpeg" /></figure><p>Τόνοι μελάνης χύθηκαν και πολλοί μεγαλοσχήμονες και μη του λογοτεχνικού κατεστημένου έσπευσαν να λάβουν θέση είτε υπερασπιζόμενοι την θέση της κυρίας Λούνα είτε επιτιθέμενοι σε αυτήν. Και εδώ ακριβώς έγκειται η τραγική παραδοξότητα: δεν επιτέθηκαν στην κριτική της, στο κείμενό της (όπως έκανε η ίδια ασκώντας κριτική υπό το πρίσμα του φεμινισμού στο κείμενο του συγγραφέως) μα στην ίδια. Φράσεις και προσφωνήσεις όπως: «η νεαρά επίδοξη πεζογράφος», «κάποια όχι και τόσο γνωστή λογοτέχνις», «μια κάποια Ρένα Λούνα», αποκαλύπτουν με τον εκκωφαντικότερο τρόπο πως δεν ενόχλησε τόσο το τι ελέχθη, μα το από ποιον -και εν προκειμένω ποια- ελέχθη. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί είχαν καταφανώς στόχο το φύλο, το νεαρό της ηλικίας και την νεοαποκτηθείσα ιδιότητα της συγγραφέως, η οποία ως μη εγνωσμένη στον χώρο της διανόησης δεν δικαιούται να μιλά. Και ακόμη περισσότερο το -εν πολλοίς και κατ&#39; ελάχιστον- λογοτεχνικό ιερατείο την στέλνει στην πυρά ακριβώς επειδή είναι νεαρά, γυναίκα και επειδή η στήλη στην οποία δημοσίευσε το άρθρο της είχε τον τίτλο weekly feminism. Και κάτω από όλες αυτές τις ευγενικές μεν, ειρωνικές δε τοποθετήσεις περί του νεαρού της ηλικίας της αρθρογράφου, άλλο δεν υφέρπει παρά η οίηση ενός χώρου που ζει και αναπαράγεται για τον εαυτόν του, θεωρώντας πως κατέχει την λυδία λίθο της λογοτεχνικής κριτικής, του πνεύματος και της διανόησης. Ή με τα λόγια ενός αιρετικού μα ακατέργαστου διανοούμενου, του Νίκου Βέλμου: <em>«Καλύτερα, πολύ καλύτερα, ν’ ανήκει κανείς στον κύκλο των αποπατοκαθαριστών, παρά στον καλλιτεχνικό και λογογραφικό κύκλο των Ελλήνων. Εκείνα που λέει κι εκείνα που κάνει δεν λέγονται. Ό,τι κακό κι αν πει κανείς γι’ αυτόν, είναι λίγο. Όσο σκληρά κι αν του φερθεί, έχει δίκιο. Κύκλος που ζει για την εντύπωση, με ιδανικό του το χρήμα, που περιφρονεί τον αφανή και θαυμάζει τον τραπεζίτη, κύκλος που ’χει πάντοτε για γνώμη του τη γνώμη του άλλου, που μεταμελείται μέχρι θανάτου για τα έργα του, κύκλος που όλα τα πουλεί, όλα τα συμβιβάζει, μα και όλα τα εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του.[…]».</em></p><h3>Λογοκρισία, Κουλτούρα της Ακύρωσης &amp; Λογοτεχνική Κριτική</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/825/1*hPuW_LmU9GGmXS1W7M1elA.jpeg" /></figure><p>Και εδώ ακριβώς ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα: Πρέπει να ταυτίζονται τα έργα με τον δημιουργό τους; Πρέπει ένα έργο με ακραίο λόγο ή απόψεις να λογοκρίνεται ή να πάψει να διαβάζεται; Πρέπει ένα έργο γραμμένο μία εποχή με αναχρονιστικές αντιλήψεις για το σήμερα να υφίσταται μία κριτική με τα σημερινά δεδομένα;</p><p>Το κείμενο και το έργο τέχνης εν γένει, δεοντολογικώς, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον δημιουργό του, καθώς το έργο στην αριστοτελική του εντελέχεια αυτονομείται και αποτελεί πλέον αυθύπαρκτη οντότητα· μία οντότητα που έρχεται σε επαφή με τους άλλους -καθως το έργο αποτελεί ένα είδος κοινωνίας- και μετουσιώνεται. Εν προκειμένω, δεν κρίνεται ο Καραγάτσης ως άνθρωπος μα η λογοτεχνική αξία και η αρτιότητα του έργου του. Και ίσως αυτό και μόνο να ταράζει τους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους, οι οποίοι διόλου συνηθισμένοι είναι σε ενυπόγραφες κακές -ή έστω ενοχλητικές- κριτικές παρά σε γλυκανάλατα εγκωμιαστικά book reviews, προωθητικά κυρίως των (επαν)εκδόσεων. Ναι, δεν υπάρχουν κείμενα και έργα τέχνης υπεράνω αμφισβήτησης και κριτικής, μήτε ιερά ανέγγιχτα τέρατα του πνεύματος. Όποιος και όποια δημοσιολογεί, δημοσιογραφεί ή δημοσιοποιεί το έργο του/της, κρίνεται για τα όσα λέει, γράφει ή εκθέτει στην δημοσιότητα. Έτσι, και στο έργο του Καραγάτση και του όποιου Καραγάτση μπορεί να ασκηθεί κριτική με αναλυτικά εργαλεία από την εργαλειοθήκη της φεμινιστικής θεωρίας ή της μαρξιστικής ή όποιας άλλης θεωρητικής εργαλειοθήκης προσφέρει τα επιχειρήματα για μία εύστοχη και αξιόλογη κριτική που είτε αναδεικνύει είτε αποδομεί το έργο. Αυτό δεν σημαίνει, κατ&#39; ουδένα τρόπο, πως το έργο -όσο ακραίο ή μισαλλόδοξο λόγο και εάν περιέχει- πρέπει να λογοκριθεί ή να πάψει να διαβάζεται. Αντιθέτως, τα κείμενα πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα, ούτως ώστε να διανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό για κριτική, συγκρίσεις, διαφωνίες, συμφωνίες, συγκλίσεις, αποκλίσεις και, κυρίως, γόνιμο διάλογο επί του έργου. Ό,τι δηλαδή δεν συνέβη σε τούτη την περίπτωση -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.</p><p>Και αλήθεια σε ποιο πλαίσιο μπορεί ένα κείμενο να κρίνεται; Πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό και πολιτιστικό συγκείμενο σε μία κριτική; Είναι κάθε έργο προϊόν της εποχής που το γέννησε; Αναντίρρητα, κάθε κείμενο μας μεταφέρει το κοινωνικό, ηθικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε. Και τι γίνεται με τα αιρετικά κείμενα που λοξοδρομούν από τις νόρμες της εποχής; Γιατί χρόνια πριν γράψει ο Καραγάτσης την Μεγάλη Χίμαιρα, ο Νικόλαος Κονεμένος έγραφε στο δοκίμιό του υπό τον τίτλο «Η Οικογένεια», το 1876: <em>«Αν τον κόσμο τον κυβερνούσαν οι γυναίκες, ο κόσμος θα εκυβερνιότουν πολύ πλέον δίκαια, πολύ πλέον φιλάνθρωπα και πολύ πλέον σύμφωνα με την φύσιν παρ&#39; ό,τι τώρα που τον κυβερνούν οι άντρες...<br>Της δύστυχης της γυναικός εμείς οι άρπαγες και οι σκληροί της επήραμε ό,τι κι αν είχε της επήραμε περιουσία και ελευθερία εμείς της επεριορίσαμε την ενέργεια των αισθημάτων της, που είναι ο πλέον πολύτιμος θησαυρός της εμείς την εκάμαμε να ακούσει όλο το βάρος του συχαντερού ζυγού μας εμείς την εφονέψαμε έχομε τον εγωισμό και την αναισθησία να πιστεύομε, πως μία τέτοια κατάσταση την ζητάει η φύσις η γυναίκα δεν γνωρίζει την αιτία που βρίσκεται σήμερα σε αυτή την κατάσταση, αλλ&#39; όμως το άδικο που της γένεται το αισθάνεται... Ω γυναίκα! η τύχη η δική σου είναι η τύχη όλης της ανθρωπότητας. Ο άντρας έπρεπε να είναι δούλος σου, και ο άντρας σε κυριεύει. Αλλά τι να κάμομε, δύστυχη; ή που να πάμε;»</em>. Συστοίχως, ο ομότεχνός του Καραγάτση, Αργύρης Εφταλιώτης παρουσιάζει στα διηγήματά του υπό τον τίτλο Νησιωτικές Ιστορίες (γραμμένα το 1894), πιο ελεύθερες γυναικείες φιγούρες. Ομοίως, μία εποχή κατά την οποία τα δικαιώματα των ζώων θεωρούνταν αδιανόητα, ο Μιχαήλ Μητσάκης έγραφε το 1893, τα διηγήματα: Αρκούδα, Το Γατί, Το Κάρρο των Αιμάτων, ενώ διηγήματα με ιδιαίτερα φιλοζωικό προσανατολισμό είχαν γράψει και οι Ζαχαρίας Παπαντωνίου και Δημοσθένης Βουτυράς. Και πηγαίνοντας πολύ πιο πίσω, ο Πλάτων πρώτος στην ιδεατή του Πολιτεία, ως Φύλακες ορίζει, ισάξια, άνδρες και γυναίκες. Συνεπώς, ένα κείμενο δεν καθαγιάζεται υπό το πρίσμα της ιστορικότητας, παρ’ όλο που η τελευταία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κυρίως ως πηγή άντλησης πληροφοριών για την χρονική περίοδο στην οποία γράφτηκε. Και τούτο διότι την ίδια περίοδο υπήρξαν φωνές -και πάντα θα υπάρχουν φωνές- που εξετράπησαν του ορθόδρομου κυρίαρχου λόγου, που οραματίστηκαν έναν άλλον δρόμο, έναν άλλον τρόπο και τον εξέθεσαν στο έργο τους, αδιαφορώντας εάν θα αποτελέσουν εξαίρεση και εάν δεν θα καρπωθούν τα οφέλη της εισόδου στο κυρίαρχο ρεύμα.</p><h3>«Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/520/1*trjzFP6aSzUy2VvKzKlzng.gif" /><figcaption>«Οι άνθρωποι απαιτούν την ελευθερία του λόγου ως αποζημίωση για την ελευθερία της σκέψης που σπάνια χρησιμοποιούν», Søren Kierkegaard</figcaption></figure><p>Και μετά τους τόνους ψηφιακής μελάνης που χύθηκαν τι αλήθεια μένει; Τούτη η ολίγον κωμική διαμάχη που γεννήθηκε και ανδρώθηκε στα ψηφιακά καφενεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, άλλο δεν απέδειξε παρά για μία ακόμη φορά την διαπλαστική ικανότητα του μέσου στον άνθρωπο. Τι θα είχε συμβεί εάν κάτι ανάλογο είχε λάβει χώρα την προ διαδικτύου εποχή; Εάν η κυρία Λούνα είχε δημοσιεύσει το άρθρο της σε κάποια εφημερίδα ή λογοτεχνικό περιοδικό σε έντυπη μορφή; Σαφώς, το αναγνωστικό της κοινό θα ήταν πολύ μικρότερο: οι συστηματικοί αναγνώστες εφημερίδας ή οι συνδρομητές κάποιου περιοδικού. Τούτοι, λοιπόν, θα διάβαζαν το άρθρο της. Κάποιοι εξ αυτών θα συμφωνούσαν και κάποιοι θα διαφωνούσαν. Δύο -το πολύ τρεις- από τους τελευταίους, πιθανώς οι έχοντες ελεύθερο χρόνο, περισσή όρεξη ή κάποιο όνομα που θα τους εξασφάλιζε την δημοσίευση, θα έστελναν επιστολή προς το έντυπο μέσο διατυπώνοντας την διαφωνία τους. Συστοίχως, το έντυπο μέσο θα επέλεγε να δημοσιεύσει μία εξ αυτών των επιστολών. Και That’s all folks! Κανένας Καραγατσικός πόλεμος δεν θα ξέσπαγε. Αυτή ακριβώς η αντίφαση εμφιλοχωρεί στα σύγχρονα ψηφιακά μέσα: ενώ το διαδίκτυο εκδημοκράτισε την δημόσια σφαίρα προσφέροντας λόγο σε φωνές που αλλιώς δεν θα είχαν την δυνατότητα να ακουστούν, την ίδια στιγμή αποτέλεσε πεδίο αχρείαστων οχλήσεων και ανώνυμης ανθρωποφαγίας, δίνοντας παράλληλα μεγάλη διάσταση σε θέματα επουσιώδη. Και κάπως έτσι, πλέον, εάν τολμήσεις να δηλώσεις σκεπτικισμό ως προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό (για να θυμηθούμε άλλη μία περίοδο εμφυλίου) είσαι ψεκασμένος, εάν δηλώσεις σκεπτικισμό ως προς την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια είσαι ομοφοβικός, εάν επισημάνεις τον πρόδηλο μισογυνισμό, την φαιδρότητα και την λογοτεχνική ανεπάρκεια της Μεγάλης Χίμαιρας, είσαι εξαίφνης οπαδός του κινήματος της αφύπνισης και της κουλτούρας της ακύρωσης. Γιατί, πράγματι, είναι πολύ εύκολο να φοράμε ταμπέλα κι όνομα σε όσους δεν γνωρίζουμε, βοηθά στην αναγνώριση -έστω κι εσφαλμένη- και στην ταξινόμηση του άλλου. Ο ευέλικτος και ευρύχωρος χώρος της κριτικής σκέψης και του γόνιμου προβληματισμού, ανέκαθεν τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα. Θα είναι πάντα κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει· τούτος ο αρχέγονος φόβος για το άγνωστο, το ξένο, για αυτό που εκτρέπει του ορθόδρομου, για αυτό που σείει τις υπάρχουσες, καθεστηκυίες δομές. Αναρωτιέμαι, όμως, εάν είναι τόσο βέβαιοι περί της κλασικής και αδιαμφισβήτητης αξίας του Καραγατσικού έργου, όσοι έσπευσαν με νύχια και με δόντια να το υπερασπιστούν -η αξία κάθε έργου άλλωστε αποδεικνύεται στο πέρας του χρόνου και η Μεγάλη Χίμαιρα δεν έχει κλείσει ούτε αιώνα- τι έχουν να φοβηθούν και θορυβούνται τόσο από την εκφορά της άποψης μιας «<em>νεαράς επίδοξης πεζογράφου</em>»;</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=72759622b238" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
        <item>
            <title><![CDATA[Εκλογική Αποχή: Πολιτική απάθεια ή μια μορφή διαμαρτυρίας;]]></title>
            <link>https://medium.com/@nyktairodyteira/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%AE-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-1416b8ead5de?source=rss-153f7622688e------2</link>
            <guid isPermaLink="false">https://medium.com/p/1416b8ead5de</guid>
            <category><![CDATA[european-union]]></category>
            <category><![CDATA[politics]]></category>
            <dc:creator><![CDATA[Chaos Measured By Chaos]]></dc:creator>
            <pubDate>Tue, 29 Oct 2024 21:17:32 GMT</pubDate>
            <atom:updated>2024-10-29T21:17:32.647Z</atom:updated>
            <content:encoded><![CDATA[<figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*WOTTEJ5ysK5MbBCDUKoQiQ.jpeg" /><figcaption>«Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο.<br> Τον έχω τόσο ονειρευτεί,<br> τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του<br> που πια<br> είναι αδύνατο να μην υπάρχει»<br> Χρίστος Λάσκαρης, Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο</figcaption></figure><p>Στις ευρωεκλογές που διεξήχθησαν την 9η του Ιούνη του 2024 η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, όπως αναμενόταν, ήταν ιδιαιτέρως μειωμένη, με την αποχή να αγγίζει το 58,61% στην Επικράτεια. Παρ’ όλο που οι εκλογές για την ανάδειξη του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεωρούνται -στην γλώσσα της πολιτικής επιστήμης- εκλογές δεύτερης τάξης με χαμηλή συσπείρωση των ψηφοφόρων, το φαινόμενο της αποχής ήταν κάτι που απασχόλησε εντόνως και τις εθνικές εκλογές (πρώτης τάξης) που διεξήχθησαν έναν ακριβώς χρόνο πίσω, τον Ιούνη του 2023, με το ποσοστό της αποχής από την εκλογική διαδικασία να αγγίζει τότε το 46,2%. Η διαπιστωμένη πλέον, γνησίως αύξουσα αποχή από την εκλογική διαδικασία είναι όμως ένας δείκτης που φανερώνει συστοίχως την γνησίως αύξουσα πολιτική απάθεια ή μήπως, ιδωμένη από ένα άλλα πρίσμα, μπορεί να φανερώσει μία νέα μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας;</p><h3>Σκιαγραφώντας το φαινόμενο της αποχής: Αίτια</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/780/1*NnRtEb4Y-oNWP2xKiDx9Aw.jpeg" /></figure><p>Στις δυτικές φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, η συμμετοχή στις εκλογές είναι συνώνυμη της συνδιαμόρφωσης των πολιτικών και των νόμων που διέπουν το κράτος. Το φανερώνει άλλωστε και η ετυμολογία της λέξεως δημοκρατία (δήμος+κρατώ), σαν πρόκειται για το πολίτευμα όπου κυριαρχεί η βούληση του δήμου, του λαού, με την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματός μας να διασφαλίζει την λαϊκή κυριαρχία. Στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, εν αντιθέσει με την άμεση δημοκρατία που γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα, ο λαός ασκεί την κυριαρχία του μέσω των αντιπροσώπων που εκλέγει δίνοντάς τους την εντολή να κυβερνήσουν στο όνομά του. Υπ’ αυτήν την έννοια, η εκλογική διαδικασία αποτελεί τον μόνο θεσμισμένο τρόπο άρχειν και αποφασίζειν των πολιτών. Και εάν είναι πράγματι έτσι, τότε γιατί όλο και περισσότεροι πολίτες στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες απεκδύονται τόσο του δικαιώματος όσο και της υποχρέωσης της συναπόφασης του μέλλοντός τους;</p><p>Το φαινόμενο της εκλογικής αποχής είναι πολύ πιο πολύπλοκο και πολυδιάστατο από ότι εκ πρώτης φαίνεται -άμεσα συνυφασμένο με το φαινόμενο της αποπολιτικοποίησης της πολιτικής- και δεν επιδέχεται απλοϊκών επεξηγήσεων. Το πεδίο των αιτιών που οδηγεί κάποια ή κάποιον πολίτη να απέχει από τις εκλογές μπορεί να εκτείνεται από την πολιτική απάθεια και αδιαφορία για το πολιτικό σύστημα και την πολιτική συλλήβδην μέχρι την πολιτική διαμαρτυρία και απογοήτευση. Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, τα πλαίσια και η έκταση της πόλεως-κράτους επέτρεπαν τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες με το πολιτικό σώμα να είναι κληρωτοί Αθηναίοι -αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και εκεί υπήρχαν πλείστοι, για τις μέρες μας, εξωπραγματικοί αποκλεισμοί, όπως οι δούλοι και οι γυναίκες που στερούνταν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Στον αντίποδα, τα μετέπειτα εθνικά κράτη τόσο λόγω έκτασης όσο και πλήθους άλλων παραγόντων (καπιταλιστική οικονομική διευθέτηση, εκβιομηχάνιση της οικονομίας, άνθηση μαζικής δημοκρατίας, ανάδυση καταναλωτικής κοινωνίας), έθεσαν την δημοκρατία στους τροχούς της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού. Στις μέρες μας, σε έναν πολυκεντρικό και πολυπολικό κόσμο, όπου η κυβέρνηση έχει δώσει την σκυτάλη στην διακυβέρνηση και η παραδοσιακή μορφή του έθνους-κράτους έχει απωλέσει τον κυριαρχικό της χαρακτήρα στο όνομα μιας μετα-κυριαρχίας όπου τα κράτη εκχωρούν μέρος των δικαιωμάτων τους σε υπερεθνικούς και υπερκρατικούς πολιτικούς δρώντες (ΕΕ, ΝΑΤΟ κ.ά.), η δημοκρατία μοιάζει να κλονίζεται συθέμελα. Αυτή ακριβώς είναι και μία από τις κυριότερες αιτίες της αποχής από την εκλογική διαδικασία, καθώς μεγάλη μερίδα των πολιτών νιώθει ανίκανη και αδύναμη να επηρεάσει εξελίξεις με την ψήφο της στο ανώτατο επίπεδο όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις και σχεδιάζονται οι πολιτικές. Έτσι, σε ένα είδος σιωπηλής αποδοκιμασίας που ακροβατεί ανάμεσα στην απογοήτευση και τον θυμό, απέχει. Το δημοκρατικό έλλειμμα μοιάζει να εντείνεται όταν πρόκειται για υπερεθνικές δομές όπως η ΕΕ, εάν αναλογιστούμε πως δεσμευτικές αποφάσεις για τα κράτη-μέλη λαμβάνονται από μη αιρετά όργανα (Συμβούλιο, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) με το αιρετό Ευρωκοινοβούλιο να έχει μεν, πλέον, διευρυμένες αρμοδιότητες μα όχι καθοριστικές.</p><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*Y9dSC3eLmvPy9G6Ryedw-w.jpeg" /></figure><p>Σημαίνοντα ρόλα στην αποχή από την εκλογική διαδικασία διαδραματίζει και το φαινόμενο της αποπολιτικοποίησης της πολιτικής· φαινόμενο που παρατηρείται στο σύνολο του δυτικού και δυτικοτραφούς κόσμου και όχι μονάχα εν Ελλάδι. Την είσοδο των μαζών στην πολιτική και την συνακόλουθη άνθηση της μαζικής δημοκρατίας στις αρχές του 20ου αιώνα, διαδέχτηκε η ανάδυση της καταναλωτικής κοινωνίας κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και η πτώση των μεγάλων αφηγήσεων, οραμάτων και ιδεολογιών με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού (πτώση του τείχους του Βερολίνου) και την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας από την πετρελαϊκή κρίση το 1973 και έπειτα. Σε αυτό το πλαίσιο όπου η θατσερική παντελής έλλειψη οποιασδήποτε εναλλακτικής οικονομικής διευθέτησης (<em>There is no alternative</em>) μοιάζει πλέον με θρησκευτικό δόγμα, ο ποιητής που επέμενε σε έναν άλλον κόσμο μοιάζει τουλάχιστον αιθεροβάμων. Αποτέλεσμα αυτού του δόγματος σε συνδυασμό με την έλλειψη ευελιξίας στην διάρθρωση εθνικών πολιτικών εξαιτίας των ενωσιακών περιορισμών, είναι μία ευρύτερη ιδεολογική σύγκλιση των κομμάτων προς το κέντρο αναλαμβάνοντας απλά διαχειριστικό ρόλο με ελάχιστα περιθώρια χάραξης μιας ολότελα διαφορετικής πολιτικής. Η φράση, άλλωστε, που πλήθος δυνάμει ψηφοφόρων ξεστομίζει την τελευταία δεκαπενταετία -τουλάχιστον- είναι πως «Ίδιοι είναι όλοι». Έτσι, τα κόμματα από οργανώσεις που συνάρθρωναν τα ποικίλα αιτήματα της κοινωνίας μετασχηματίζονται σε κόμματα-καρτέλ και εγκαθίστανται στην καρδιά του κράτους με σκοπό όχι την διακυβέρνησή του, μα την απομύζηση των όσων αυτή η διακυβέρνηση προσφέρει δίχως ουσιαστικές διαφορές στην χάραξη και εφαρμογή πολιτικών προγραμμάτων. Συστοίχως, η πολιτική ταυτότητα αριστεράς - δεξιάς (διαιρετική τομή ιδιαιτέρως σημαντική στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης), θολώνει με τους ψηφοφόρους να αποευθυγραμμίζονται κομματικά και ουσιαστικά να αναζητούν μια κομματική στέγη που να τους εκφράζει επί ματαίω οδηγούμενοι, εν τέλει, στην αποχή.</p><p>Από κοινωνιολογικής σκοπιάς, ο άκρατος ναρκισσισμός της σημερινής κοινωνίας δεν είναι άμοιρος ευθυνών στην διαρκώς αυξανόμενη αποχή από τις εκλογές. Η συλλογική δράση μοιάζει να πνέει τα λοίσθια ενώ καταρρέουμε συστηματικά προς τα μέσα παρά την αυξημένη, ανά πάσα ώρα και στιγμή, διασύνδεσή μας μέσω των νέων μέσων που προσφέρει η ανάπτυξη της τεχνολογίας. Καθείς και καθεμία επιλέγει και επιδιώκει το ατομικό και ατομοκεντρικό πλάνο αυτοπραγμάτωσής του ξέχωρα από συλλογικούς στόχους και δράσεις· μακριά από ένα συλλογικό όραμα για μία καλύτερη κοινωνία, καθώς οι ουτοπίες μοιάζει πράγματι να πέθαναν και το τέλος της ιστορίας να ήρθε. Τίποτε μεγαλειώδες, όμως, μας θυμίζει γλαφυρά ο Ρενάν, δεν πραγματοποιείται δίχως χίμαιρες.</p><h3>Εκλογική συμμετοχή και αποχή: Ένα παράδοξο</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/1024/1*StKjVBYHpzOgyC95hx_vMg.jpeg" /></figure><p>Και ακριβώς εδώ ανακύπτει ένα καίριο ερώτημα εφόσον σχεδόν το 60% του εκλογικού σώματος απήχε από την εκλογική διαδικασία, το αποτέλεσμα χρήζει νομιμοποίησης; Παράλληλα, με το ως άνω ερώτημα φανερώνεται κι ένα παράδοξο που φύεται στην διελκυστίνδα της πολιτικής συμμετοχής-αποχής. Ενώ ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος προτάσσει την συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία τόσο ως δικαίωμα όσο και ως υποχρέωση -εν πάση περιπτώσει ως κάτι καλό στο οποίο οφείλουμε να συμμετέχουμε άπαντες και άπασες- την ίδια στιγμή επικρίνει επιφανειακά -δίχως να αναζητά σε μια εις βάθος πολιτική ανάλυση τα αίτια- την άνοδο των ακροδεξιών κομματικών σχηματισμών. Και εδώ ακριβώς έγκειται το παράδοξο, η πιθανή τυραννία της πλειοψηφίας που έγραφε ήδη το 1835 ο Alexis de Tocqueville μελετώντας την δημοκρατία στην Αμερική: επιδιώκουμε την πολιτική συμμετοχή, προτρέπουμε σε αυτήν μα δεν δεχόμαστε το αποτέλεσμα. Ας μην ξεχνάμε -και πώς να την ξεχάσουμε άλλωστε- την δημοκρατία της Βαϊμάρης· την δημοκρατική εκλογή του Χίτλερ. Το κλίμα, άλλωστε, στην σημερινή Ευρώπη μας θυμίζει εντόνως εκείνο της μεσοπολεμικής Ευρώπης αναδεικνύοντας με εκκωφαντικό τρόπο πως η ΕΕ απέτυχε να ακολουθήσει το όραμα συστάσεώς της εκπέφτοντας σε μία αυταρχική οικονομική συμμαχία. Έτσι, με μία νέα -διαφορετική από την παλαιότερη- κοσμοπολίτικη οικονομική και πολιτική ελίτ να κυριαρχεί, αυξάνεται το αίσθημα του αντιελιτισμού στους χαμένους και περιθωριοποιημένους της παγκοσμιοποίησης, οι οποίοι αναζητούν τρόπο να εκφραστούν, μία πολιτική στέγη· μία στέγη που δυστυχώς βρίσκουν στον ακροδεξιό λαϊκισμό και δυστυχώς όχι στην συμπερίληψη της κατακερματισμένης και πληγωμένης αριστεράς. Η τελευταία δε, στην σύγχρονη εκδοχή της, μοιάζει να έχει χάσει πλήρως τον προσανατολισμό της παγκοσμίως, ακροβατώντας ανάμεσα σε έναν άκρατο -περισσότερο βερμπαλιστικό παρά ουσιαστικό- δικαιωματισμό και σε έναν διανοουμενίστικο ελιτισμό. Τουτέστιν, η τελευταία ταινία του Aki Kaurismäki, <em>Fallen Leaves</em>, μοιάζει πιο κοντά στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα από ότι πολλά αριστερά ή αριστερόστροφα κόμματα σήμερα.</p><h3>Αποχή: Μία νέα μορφή πολιτικής δράσης;</h3><figure><img alt="" src="https://cdn-images-1.medium.com/max/900/1*E8hj5NrzFy3UT71SJLfXXg.jpeg" /><figcaption>«Αγαπάμε πιο πολύ ό,τι ξέρουμε πως θα χαθεί»<br>Oswald Spengler</figcaption></figure><p>Και το επίδικο πλέον είναι ακριβώς αυτό: μπορεί η αποχή που δεν εκπηγάζει από την πολιτική αδιαφορία μα από την απογοήτευση να λάβει εναλλακτικές μορφές πολιτικής κινητοποίησης; Οι -όχι και πολύ μακρινές- δεκαετίες του 1960 και 1970 απέδειξαν πως δίπλα στην συστημική και θεσμοθετημένη έκφραση των πολιτικών πεποιθήσεων (μέσω των κομμάτων και των εκλογών) κατάφερε να υπάρξει μια εναλλακτική και εξαιρετικά ηχηρή μορφή πολιτικής δράσης. Τα Νέα Κοινωνικά Κινήματα (Μάης του ’68, κινήματα κατά των πυρηνικών, φεμινιστικά κινήματα, κινήματα για την χειραφέτηση των μαύρων κ.ά.), φορείς μεταϋλιστικών προταγμάτων, αναδύθηκαν από την μήτρα της κοινωνίας αρθρώνοντας εκείνα τα αιτήματα που απέτυχαν να αρθρώσουν οι τότε κομματικοί μηχανισμοί, αλλάζοντας ριζικά την μορφή των δυτικών κοινωνιών. Παρ’ όλο που γνωρίζουμε -από το ιστορικό σημείο όπου στεκόμαστε τώρα- πως τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα προσοικειώθηκαν από το κυρίαρχο καπιταλιστικό και πολιτικό σύστημα (π.χ. οικολογικά κόμματα), δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις αναντίρρητες ρηξικέλευθες τομές που επέφεραν στο κοινωνικό σώμα, καθώς και στην εξωσυστημική πολιτική κινητοποίηση. Στις μέρες μας, τέτοιες μορφές πολιτικής δράσης και συσπείρωσης μοιάζει δύσκολο να συγκροτηθούν -παρα τις διευκολύνσεις που παρέχει η τεχνολογία- και εάν αυτό συμβεί εκπνέουν σχετικά σύντομα και δεν αποτελούν φορέα σημαινουσών μεταβολών. Πρόκειται, περισσότερο, για μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας με αρνητικό και όχι ενεργόφιλο πρόσημο, όπου απουσιάζουν οι συντεταγμένες προτάσεις και το εναλλακτικό σχέδιο. Φαίνεται πως η αλλαγή είναι προνόμιο της έλλειψης και όχι του κορεσμού από τον οποίο φαίνεται να πάσχουν οι δυτικές κοινωνίες. Πρέπει, άραγε, για να πιστέψουμε σε μια εναλλακτική διευθέτηση του κόσμου μας, σε μία δυνητική ουτοπία, αποστρέφοντας το βλέμμα μας από το είδωλό μας και στρέφοντάς το σε ένα συλλογικό όραμα, να κινδυνεύσουμε να τον χάσουμε; Φαίνεται πως ναι.</p><img src="https://medium.com/_/stat?event=post.clientViewed&referrerSource=full_rss&postId=1416b8ead5de" width="1" height="1" alt="">]]></content:encoded>
        </item>
    </channel>
</rss>