Transcendence

Άνθρωπος και μηχανή. Μια σχέση μίσους και πάθους


Άνθρωπος και μηχανή. Μια σχέση μίσους και πάθους που απασχολεί για χρόνια τους ειδήμονες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της πληροφορικής και της τεχνολογίας. Η σύνδεση των υπολογιστών με τον ανθρώπινο εγκέφαλο αλλά και γενικότερα το πάντρεμα σάρκας και πυριτίου (υλικό απο το οποίο είναι φτιαγμένοι οι μικρο-επεξεργαστές), είναι η μετεξέλιξη που θεωρείται ότι θα φέρει την πολυπόθητη ισορροπία, που θα οδηγήσει τον κόσμο μας σε ένα καλύτερο μέλλον. Πάνω σε αυτό το αντικείμενο εργάζονται η Evelyn Caster (Rebecca Hall) και ο σύζυγός της Will Caster (Johnny Depp), όταν μια τρομοκρατική ομάδα θα καταφέρει καίριο πλήγμα σ’ αυτή τους την προσπάθεια. Η απόπειρα δολοφονίας του Will θα αναγκάσει την Evelyn να συνδέσει τον εγκέφαλό του με έναν υπερ-υπολογιστή, χωρίς όμως να γνωρίζει πιο θα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δικτύωσης.




Ο βραβευμένος με Όσκαρ Διευθυντής Φωτογραφίας Wally Pfister (Inception), αποφασίζει να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με μία περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας πάνω σε μια θεματολογία που έχει απασχολήσει ταλαντούχους δημιουργούς κατά το παρελθόν και που ανέκαθεν είχε το δικό της κοινό. Το Transcendence, ενώ έχει άπειρες δυνατότητες και εμφάνιση «παλαιάς κοπής», στο τελικό δια ταύτα δε δικαιώνει τις προσδοκίες και προβληματίζει (αρνητικά) το θεατή. Η προβλεψιμότητα αποδεικνύεται το νούμερο ένα ζήτημα της ταινίας -μαζί με την προφανή αναποφασιστικότητα του story- που θα πρέπει να πιστωθεί κατά κύριο λόγο στο σενάριο δια χειρός Jack Paglen (επίσης στο ντεμπούτο του). Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Το έργο ξεκινά με μια υπόσχεση: να μας παρουσιάσει με εικόνες ένα αποτυχημένο πείραμα, καθώς και την ελπίδα που γεννάται μέσα από αυτή την αποτυχία για ένα ποιοτικότερο αύριο. Γρήγορα όμως καταστρέφεται από την ίδια του τη ματαιοδοξία. Η υπερβολικά μεγάλη διάρκειά του (119 λεπτά) και ο διχασμός μεταξύ δράματος και δυστοπικού ‘sci-fi’ χωρίς να παίρνει ποτέ ξεκάθαρη θέση, μετατρέπει το παρόν σε ένα συνονθύλευμα πληροφοριών που μας αφήνει τελικώς αδιάφορους. Βασισμένο πάνω σ’ ένα γενικότερο προβληματισμό του ανθρώπου που έχει να κάνει με το πόσο έξυπνη και με ποιο βαθμό ενσυναίσθησης πρέπει να λειτουργεί μια μηχανή, το πόνημα του Pfister θέλει (αλλά δεν μπορεί) να συστηθεί ως το υβρίδιο μιας μίξης από Skynet (Terminator) και OS1 (Her). Όλα τα συστατικά μια μεστής σκηνοθετικά προσπάθειας με πυρήνα την εξαιρετική φωτογραφία είναι εδώ. Απουσιάζουν όμως εκείνα που θα προσδώσουν την ανάλογη βαρύτητα ώστε να επιτευχθεί η ταύτιση του θεατή με το δράμα των ηρώων. Το σενάριο και η μουσική «αδειάζουν» συνεχώς το σκηνοθέτη που μαζί με το cast, καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες ώστε να αποφευχθεί η ολοκληρωτική καταστροφή.


Είναι θετικό το γεγονός ότι επιτέλους ο Johnny Depp υποδύεται ένα χαρακτήρα μακριά από την καρικατούρα. Ακόμα και έτσι όμως, μετά τη «μετατροπή» του σε λογισμικό, παραδίδει την πιο ανούσια και συνάμα πεζή ερμηνεία της καριέρας του (ακόμα και από εκείνο το αδιάφορο The Tourist του 2010). Από εκεί και έπειτα, οι περιφερειακοί ρόλοι είναι ένα από τα θετικά που μπορούμε να προσάψουμε στο Transcendence, με τη Rebecca Hall να ξεχωρίζει με άνεση εκ του συνόλου και τους Paul Bettany (φανερά αλλαγμένος) και Cillian Murphy να ακολουθούν με αξιώσεις. Όσον αφορά τον Morgan Freeman, η συμμετοχή του είναι αναμφισβήτητα ήσσονος σημασίας και μοιάζει περισσότερο με ρόλο κομπάρσου.

Ο Pfister στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα κρατά ψηλά τον πήχη αποτύπωσης των εικόνων, του μοντάζ, της ηχοληψίας, όπως και των ειδικών εφέ. Από την άλλη όμως, το εύστοχο συμπέρασμα της ταινίας του δεν θα σε πείσει ποτέ εξαιτίας της θολής και χαοτικής σεναριακής προσέγγισης. Σε αυτό το κομμάτι, ο πεπειραμένος καλλιτέχνης θα έπρεπε να «κυριαρχήσει» περισσότερο, αν ήθελε πραγματικά να θυμόμαστε για αρκετό καιρό το έργο του.

Είναι θετικό το γεγονός ότι επιτέλους ο Johnny Depp υποδύεται ένα χαρακτήρα μακριά από την καρικατούρα. Ακόμα και έτσι όμως, μετά τη «μετατροπή» του σε λογισμικό, παραδίδει την πιο ανούσια και συνάμα πεζή ερμηνεία της καριέρας του (ακόμα και από εκείνο το αδιάφορο The Tourist του 2010). Από εκεί και έπειτα, οι περιφερειακοί ρόλοι είναι ένα από τα θετικά που μπορούμε να προσάψουμε στο Transcendence, με τη Rebecca Hall να ξεχωρίζει με άνεση εκ του συνόλου και τους Paul Bettany (φανερά αλλαγμένος) και Cillian Murphy να ακολουθούν με αξιώσεις. Όσον αφορά τον Morgan Freeman, η συμμετοχή του είναι αναμφισβήτητα ήσσονος σημασίας και μοιάζει περισσότερο με ρόλο κομπάρσου.

Ο Pfister στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα κρατά ψηλά τον πήχη αποτύπωσης των εικόνων, του μοντάζ, της ηχοληψίας, όπως και των ειδικών εφέ. Από την άλλη όμως, το εύστοχο συμπέρασμα της ταινίας του δεν θα σε πείσει ποτέ εξαιτίας της θολής και χαοτικής σεναριακής προσέγγισης. Σε αυτό το κομμάτι, ο πεπειραμένος καλλιτέχνης θα έπρεπε να «κυριαρχήσει» περισσότερο, αν ήθελε πραγματικά να θυμόμαστε για αρκετό καιρό το έργο του.

Είναι θετικό το γεγονός ότι επιτέλους ο Johnny Depp υποδύεται ένα χαρακτήρα μακριά από την καρικατούρα. Ακόμα και έτσι όμως, μετά τη «μετατροπή» του σε λογισμικό, παραδίδει την πιο ανούσια και συνάμα πεζή ερμηνεία της καριέρας του (ακόμα και από εκείνο το αδιάφορο The Tourist του 2010). Από εκεί και έπειτα, οι περιφερειακοί ρόλοι είναι ένα από τα θετικά που μπορούμε να προσάψουμε στο Transcendence, με τη Rebecca Hall να ξεχωρίζει με άνεση εκ του συνόλου και τους Paul Bettany (φανερά αλλαγμένος) και Cillian Murphy να ακολουθούν με αξιώσεις. Όσον αφορά τον Morgan Freeman, η συμμετοχή του είναι αναμφισβήτητα ήσσονος σημασίας και μοιάζει περισσότερο με ρόλο κομπάρσου.

Ο Pfister στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα κρατά ψηλά τον πήχη αποτύπωσης των εικόνων, του μοντάζ, της ηχοληψίας, όπως και των ειδικών εφέ. Από την άλλη όμως, το εύστοχο συμπέρασμα της ταινίας του δεν θα σε πείσει ποτέ εξαιτίας της θολής και χαοτικής σεναριακής προσέγγισης. Σε αυτό το κομμάτι, ο πεπειραμένος καλλιτέχνης θα έπρεπε να «κυριαρχήσει» περισσότερο, αν ήθελε πραγματικά να θυμόμαστε για αρκετό καιρό το έργο του.

https://www.youtube.com/watch?v=VCTen3-B8GU#action=share

Email me when Movies on the go publishes stories