Transformers: Age of Extinction

Metal Bay-hem…


Φρενίτιδα. Βαναυσότητα. Αναρχία. Παραζάλη. Με αποκλειστικό κίνητρο τα $2.67 δις (συνολικές εισπρακτικές απολαβές της προηγούμενης τριλογίας), ο ασυγκράτητος Michael Bay επιτίθεται για πολλοστή φορά αρειμανίως στις ανθρώπινες αισθήσεις· γυρεύει να τις καταδυναστεύσει, να τις διαλύσει. Τούτη η νέα ψηφιακή του «ωδή» μετατρέπεται, με τη βοήθεια της προικισμένης εταιρίας ειδικών εφέ ILM (Industrial Light & Magic), σε μια αλησμόνητη εκσπερμάτωση πάνω στην κινηματογραφική αξιοπρέπεια. Το φρενήρες μοντάζ (των Paul Rubell, Roger Barton και William Goldenberg) πασχίζει να μαζέψει τα ασυμμάζευτα. Το σενάριο του Ehren Kruger -που κατόπιν της οριστικής απομάκρυνσης από το franchise των Roberto Orci και Alex Kurtzman τον αφήνει μόνο κι έρημο να… μεγαλουργήσει- μοιάζει με απέραντο σκορποχώρι. Τα καλαμπούρια με τα οποία [ο Kruger] ενίοτε διανθίζει την αφήγηση δακτυλοδεικτούν άγαρμπα τα κακώς κείμενα της Tinseltown, τη χλευάζουν σε μια απρόσμενη κίνηση αυτοκριτικής. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες περιφέρονται άσκοπα ένθεν κι ένθεν, όντας κακογραμμένοι, μονοδιάστατοι, άχρωμοι, σχεδόν αόρατοι. Στην εναρκτήρια σεκάνς του φιλμ, απένταρος μηχανικός αυτοκινήτων με κλίση στη ρομποτική (Mark Wahlberg) ξεθάβει γνώριμο και δη απενεργοποιημένο Autobot από τεξανό κινηματογράφο που προορίζεται για κατεδάφιση. Στην όποια αλληγορική του υπόσταση, το Transformers: Age of Extinction(T:AoE) σηματοδοτεί περήφανα τη συθέμελη «κατεδάφιση» του μέσου, αλλά και του ποιοτικού κινηματογραφικού blockbuster γενικότερα.

Στην καρδιά του story, θεόρατα CGI ρομπότ εξακολουθούν να αλληλοσκοτώνονται (τι άλλο;), με την ανθρωπότητα να μπλέκεται στα πόδια τους. Βρισκόμαστε λίγα μόνο χρόνια έπειτα των γεγονότων του Dark of the Moon (2011) και της περίφημης «Μάχης του Σικάγο» (τότε που ούτε ο ίδιος ο Shia LaBeouf δεν καταλάβαινε τι διαδραματιζόταν γύρω του). Τώρα, ο ορυμαγδός των μεταλλικών κρότων, απόρροια των ρομποτικών συγκρούσεων, ξαναμπερδεύεται με εκείνον των ακατάπαυστων εκρήξεων, καθώς και την κακοφωνία του μουσικού θέματος (που εδώ επιμελείται με στόμφο ο Steve Jablonsky), υποσκελίζοντας τα πάντα γύρω τους. Η αιώνια μάχη του Καλού με το Κακό μαίνεται (…γιατί χωρίς αυτή, Hollywood δε θα υπήρχε). Αντίπαλος των Autobots τούτη τη φορά ο ίδιος ο άνθρωπος που, σε μια παραλλαγή της ιστορίας που βιώσαμε προ ολίγων εβδομάδων στο X-Men: Days of Future Past, φτιάχνει τα δικά του Transformers, χρησιμοποιώντας αφενός το κεφάλι ενός ξεχαρβαλωμένου Megatron ως πρότυπο σχέδιο (…από τέτοιο κεφάλι, καλό δε βγαίνει!) και αφετέρου, σε μια αποκάλυψη βιβλικών διαστάσεων και ιουράσιας μπουρδολογίας, το πανίσχυρο υλικό ‘Transformium’ (sorry Wolverine, αλλά το ‘adamantium’ ξεπεράστηκε…) που μετρά 65 εκ. χρόνια ζωής. Χμ!


Τεχνολογικά ανώτερα, αλλά και μοχθηρά σαν το δημιουργό τους, τούτα τα (δεύτερης γενιάς;) Transformers απειλούν τα καλοκάγαθα Autobots με εξαφάνιση. Πίσω από τη σατανική επιχείρηση διακρίνω έναν παρανοϊκό κυβερνητικό πράκτορα (Kelsey Grammer), καθώς και τον επηρμένο τρελοεπιστήμονα με συνείδηση ονόματι Joshua Joyce (Stanley Tucci, απολαυστικός). Στο μάτι του κυκλώνα παγιδεύεται αμερικανική παρέα της διπλανής πόρτας· χήρος πατέρας που εξελίσσεται σε πολεμοχαρή ‘bad-ass’ (Wahlberg, με εξωγήινο τυφέκιο!)· η κόρη του, μια φωτογενής νεανίδα (Nicola Peltz) που, άνευ ερμηνευτικού ταλέντου, φοράει τα ψηλά τακούνια όπως ο Πάπας το μαγιό μπικίνι· δυναμικός γκόμενος της τελευταίας παύλα ραλίστας αλά Brian O’Conner (Jack Reynor, για να χρωματίσει κι ο Bay την ταινία με το απαραίτητο ‘car porn’ βρε αδελφέ). Το ηρωικό κουαρτέτο συμπληρώνει ο μεμψίμοιρος φίλος και βοηθός του πατριάρχη Lucas (T. J. Miller).

Πλην του Tucci, ο οποίος δείχνει να απολαμβάνει έναν πιο ζουμερό ρόλο, μνημειώδεις ερμηνείες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν όμως μνημειώδεις φωνές (Peter Cullen ως Optimus Prime, Robert Foxworth ως Rachet, John Goodman ως Hound, Ken Watanabe ως Drift, John DiMaggio ως Crosshairs και Reno Wilson ως Brains) που δίνουν πνοή στην ψηφιακή εκδοχή των διάσημων παιχνιδιών της Hasbro. Το φειδωλό σε ποιότητα και ποσότητα συναισθηματικό και κωμικό βάρος του φιλμ εντοπίζεται εκεί, σ’ αυτούς τους γιγάντιους «τενεκέδες». Μήπως, τελικά, ο θάνατος της ανθρώπινης ηθοποιίας βρίσκεται πιο κοντά απ’ όσο φανταζόμασταν;

Λίγο παραπέρα, το σκηνοθετικό κάδρο ασφυκτιά. Ο DoP Amir Mokri χειρίζεται τεχνηέντως (…και με μπόλικη καφεΐνη) τις -επιτέλους πανάλαφρες- χειροκίνητες IMAX 3D κάμερες αλλά ο υπερπληθυσμός οπτικών αντικειμένων που πλημυρίζει το κάθε καρέ τον αδικεί. Η προσέγγιση του Bay είναι ξεκάθαρη. “Bigger is better”. Στο βωμό της ποσότητας εντούτοις θυσιάζονται πολλά. Η δράση φείδεται συνοχής, δομής και ορθής γεωγραφικής αντίληψης. Εκ του σύνεγγυς και το ταμπεραμέντο του σκηνοθέτη, που δίνει τη γνώριμη πλέον χροιά στα τεκταινόμενα. Μισογυνισμός, φυλετικός ρατσισμός, ναρκισσισμός, ατέλειωτα ροζ ηλιοβασιλέματα, φτηνό μελόδραμα· το T:AoE αποτελεί ακόμη ένα επεισόδιο του ίδιου υγρού εφηβικού ονείρου μέσα στο οποίο ο Καλιφορνέζος δημιουργός αιθεροβατεί εδώ και είκοσι περίπου χρόνια καριέρας…

Ο λόγος που το φιλμ όμως βυθίζεται απνευστί στη μετριότητα έγκειται στην πεισματική του άρνηση να μας παρουσιάσει κάτι καινούριο, καινοτομικό, ιδιότυπο έστω. Το νέο Transformers μπορεί να φέρει ανεπίσημα το άρωμα του reboot, αποτελεί ωστόσο έναν ατελέσφορο μηρυκασμό των προηγούμενων τριών ταινιών. Φτωχοί, χιλιοφορεμένοι διάλογοι και ατάκες δίχως έμπνευση (“This one’s for you, A-hole!”), μπόλικος ψευδεπίγραφος ηρωισμός, ματαιόδοξος αμερικανικός μιλιταρισμός, ακατάπαυστα πυροτεχνήματα, πληθωρικό ‘product placement’ κι ένας υποτυπώδης φόρος τιμής στις ταινίες western του John Ford· παρά το ολόφρεσκο cast, τα νεοφερμένα Dinobots, τις περίτεχνες λήψεις και το ασιατικό άρωμα της μακρινής Κίνας (μεγάλο κομμάτι του φιλμ, βλέπετε, γυρίστηκε στο Hong Kong, για να… πιάσει τόπο το κινεζικό συνάλλαγμα που συμπληρώνει το κόστος παραγωγής των $165 εκ.), το T:AoE δεν καταφέρνει ποτέ να μας πείσει πως το franchise εξελίσσεται, βελτιώνεται, αλλάζει, τολμά.

Κι αν το οπτικό υπερθέαμα είναι να το πιεις στο ποτήρι (ειδικά σε οθόνη IMAX 3D, που δυστυχώς δε διαθέτει η «άπορη και αναλφάβητη» σε κινηματογραφικές υποδομές χώρα μας), τα 165 λεπτά είναι πολλά, πάρα πολλά, για να τα μονοπωλεί το φαίνεσθαι της ταινίας. Καλώς ήλθατε στην εποχή του κινηματογραφικού αφανισμού, εκεί που οι ταινίες είναι πάμφτωχες μέσα στον ίδιο τους τον πλούτο.

https://www.youtube.com/watch?v=DkIPIkPPbdo

Email me when Movies on the go publishes stories